Αρχείο για την κατηγορία
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, in memoriam, men strictly

(μια 101% πραγματική & αντρική ιστορία)
Στον τελευταίο πραγματικά συγκλονιστικό τελικό που έχω ευλαβικά φυλαγμένο στο σκληρό και σε τριπλό backup , είχα κατέβει στο γήπεδο με τα πόδια πουά απ’ τα κουνούπια και τα χέρια γεμάτα με κρύους κεφτέδες πάνω σε μια φέτα αληθινό ψωμί.
Κόντευε έξη.
Βαθύς Ιούλιος.
-«Δεν πιστεύω να θες να παίξεις έτσι» , μουρμούρισε ο εκλέκτορας της γειτονιάς.
-«Η μάνα μου είπε πως αν δεν φάω τρεις κεφτέδες θα με κρατήσει κλειδωμένο μέσα όλο το καλοκαίρι» , γκρίνιαξα.
-«Πες τότε της μάνας σου να ’ρθει να μαρκάρει το Ντεμέλο, φτου σου ρε Μοίρη, είσαι εντελώς μαμάκιας,απορώ γιατί σε βάζω μέσα».
Απορούσα κι εγώ , μέχρι που τα χαρτάκια του αδερφού μου με το Γονιό , τον Κεφαλίδη και τον Παμπουλή από εκατό γίναν πενήντα , τριάντα , είκοσι. Στοίχιζε ακριβά μια θέση στην ομάδα της Κοραή & Αγίας Λαύρας αλλά χαλάλι. Η μούρη μου είχε υψηλή αξία μεταπώλησης. Αντίθετα η υπόληψή μου ως αδερφού είχε προ πολλού πιάσει πάτο.
Ντεμέλο !
To όνομα θρύλος της Δυτικής Ξάνθης ( στην ανατολική , την παλιά πόλη , είχε μόνο Αχμέτ και Ερόλ και Ερντίλ , τότε τουρκάκια , μετά μουσουλμανάκια , σήμερα ξανά τουρκάκια αλλά πάντα Αχμέτ , Ερόλ και Ερντίλ ).
Ξανθομπάμπουρας ετών δώδεκα , ύψος οριακά διακριτό στην αλάνα , μάτι Kill Bill & Gates μαζί ( το είδα αργότερα πολλές φορές στο σινεμά να το φοράνε άλλοι ) , αριστερό πόδι που κάρφωνε πρόκες ξυπόλητο , στόμα που όταν -σπάνια- άνοιγε έκανε τις μανάδες μας να σταυροκοπιούνται και να φτύνουν μέσα απ τις ανοιχτές ρόμπες τον ιδρωμένο κόρφο τους : «μακριά από αυτόν γιατί θα σου κόψω τα πόδια , κατάλαβες κακομοίρη μου ;»
Όσο πιο μακριά του μας έδιωχναν , τόσο πιο πολύ θέλαμε να του μοιάσουμε. Όλα τα είχε το τσογλάνι. Διακόσα κιλά μπάλα ήξερε , παπούτσια με τάπες φόραγε , ωραία μακριά ξανθά μαλλιά είχε ενώ εμείς προβάραμε το κούρεμα του κυρίου (Θεός σχωρεσ’ τον) Γεωργίου I. Μπούρα : σβέρκος νεκρή γη , τρεις πόντοι μπρος ίσα για να μην αυτοκτονήσει η χτένα-και που να ‘ξερε τι την περίμενε-.
Ερχόταν πάντα με πεντέξι αυλικούς του που μας πρόγκαγαν κάθε φορά που τρώγαμε χύμα μέχρι που έκλεινε στο τέλος ο λαιμός τους. Γιατί ο σκοπός του δεν ήταν να κερδίσει μόνο. Ooooχι ! Ήταν να μας κάνει να πέσουμε στο χώμα εκλιπαρώντας τον να φύγει, να τσακιστεί να γυρίσει τρεις δρόμους παρακάτω στη γειτονιά του , να τριπλάρει εκεί μπαϊλντισμένες από τη ζέστη γιαγιάδες , φρεσκοβρεμένες σκάλες , πατημένα μούρα , φρικαρισμένες γάτες , ντενεκέδες με καρπουζόφλουδες και κασόνια με γκαζόζες Εσπέρια μέχρι να πέσει λιπόθυμος , να τον μαζέψει ο Γιάννος ο Ντελής ή ο φριχτός Γαλόπουλος και να μην ξανακούσουμε ποτέ ξανά γι αυτόν.
Χρόνια μετά μάθαμε πως αυτό που μας έκανε να υπομένουμε τα μαρτύρια και τον εξευτελισμό ήταν από τότε κατοχυρωμένο ως μαζοχισμός . Στα δεκατρία μας όμως , η μόνη γνωστή λέξη ήταν «εκδίκηση». Περιμέναμε καρτερικά τη μια και μόνη φορά που θα έφευγε με το κεφάλι κάτω , τα γόνατα να στάζουν αίμα , το ξανθό μαλλί γεμάτο ιδρώτα και χώμα , και γέλια , πολλά γέλια , μαχαίρι σκέτο πίσω απ την πλάτη του. Την περιμέναμε αυτή τη μέρα αλλά ποτέ δεν ήρθε.
Τη μέρα του μεγάλου τελικού , αυτός που έπρεπε να πιει το πικρό ποτήρι ήμουν εγώ. Ο Σωτηράκης , που συνήθως ήταν το θύμα του Ντεμέλο , είχε πάει εκείνο το απόγευμα να δει τη μάνα του στο νοσοκομείο.
-«Ζήτησε να με δει ρε σεις» , μας είχε πει σχεδόν ένοχα. «Δέκα μέρες είναι μέσα και δεν ήθελα να πάω αλλά τώρα με ζήτησε , δεν γίνεται να παίξουμε μιαν ώρα αργότερα ;»
Δεν γινόταν. Πριν νυχτώσει , ο χοντρός θα πήγαινε να δει Ξανθόπουλο στο Όσκαρ κι ο Ανεστάκος στις οκτώ θα έπρεπε να βοηθήσει τον μπαμπά του να φτιάξει πάγο για αύριο.
-«Να πας» , είπε εμφατικά ο εκλέκτορας. «Αν προλάβεις και γυρίσεις θα μπεις κι εσύ να βοηθήσεις τον Μοίρη , αν στο μεταξύ δεν τον φωνάξει σπίτι η μάνα του».
Πληγώθηκα αλλά δεν μίλησα. Με τέσσερα χαρτάκια ακόμη , Μπέλλη , Συμιγδαλά, Κεραμιδά και Βερόν , θα εξασφάλιζα πως δεν θα με ξαναξεφτέλιζε δημόσια.
Ο Σωτηράκης έφυγε.
( Τα κλισέ της γραφής λένε πως εδώ πρέπει να μπει : Ο Ντεμέλο ήρθε! )
Δεν είχε τελειώσει ο τρίτος κεφτές ακόμη όταν έφαγα την πρώτη τρίπλα. Ξαναγύρισε και μου ’ριξε και δεύτερη. Ο Θωμάς ο χοντρός άφρισε : «βλέπε τη μπάλα ρε , δώσε τον κεφτέ να τον κρατάω εγώ , πέντε γκολ θα φάμε μέχρι να τον τελειώσεις».
Κεφτέ ο χοντρός δεν θα βλεπε από μένα. Μου το ‘χε πει η μάνα μου : «και κοίτα μη τους κάνεις διανομή τους κεφτέδες , τα χάλια σου δες , κώλος δεν υπάρχει μέσα στο παντελόνι».
Σε ένα τέταρτο τρώγαμε πέντε. Δε λέω , θυμάμαι ακόμη και σήμερα πως στα τρία έφταιγα εγώ που έχασα ως και τη σκιά του Ντεμέλο αλλά το ψωμί μου το τέλειωσα μέχρι το τελευταίο ψίχουλο.
Εφτά η ώρα και τα κεφάλια βάραιναν. Για κάθε ένα που βάζαμε τρώγαμε τρία. Το ξανθό μαλλί εκεί , αγέρωχο στη θέση του , μετά από χρόνια είδα το ίδιο στην τηλεόραση να το φοράει κι ο Μπατιστούτα αλλά – σας το ορκίζομαι – Ντεμέλο δεν είδα άλλον όσα χρόνια και να πέρασαν από τότε.
Ίσως να φταίει το ότι τα πράγματα είναι αλλιώς στο γυαλί , ίσως ότι άλλη γεύση έχει το φαγητό μέσα στο γήπεδο , μπορεί να είναι και το ότι εκεί στη χαράδρα που περνάγαμε για να φτάσουμε στο γήπεδο που τσακίζαμε γόνατα και ανοίγαμε μύτες πέσαν μπάζα και σηκώθηκε εδώ και χρόνια το σχολείο που πάνε τα παιδιά μου.
Ίσως όμως να ναι και η εικόνα του Σωτηράκη που κατέβαινε απ΄το νοσοκομείο σκασμένος στο κλάμα την ώρα που τα μαζεύαμε για επιστροφή.
-«Τι έγινε ρε ;» μας πρόλαβε ο εκλέκτορας , «τι κάνει η κυρία Μαίρη ;»
-«Πάει η μαμά μου ρε σεις , πάει…»
Πέσαμε όλοι δέκα χιλιόμετρα βαθιά στη χαράδρα .Νιώθω πως μέχρι και σήμερα πάτο δεν βρήκαμε.
Τι πάει να πει «πάει»;
Πού «πάει» ;
Πώς «πάνε» δηλαδή οι μανάδες όταν είσαι δεκατρία ;
Το χώμα από κάτω μας έγινε μέσα σε μια στιγμή αφιλόξενο , άγριο κι ανεπιθύμητο.
Κουβέντα δεν ακούστηκε , ήθελα να πάω σε μια γωνιά να βγάλω από μέσα μου τους κεφτέδες , ο Ανεστάκος ζωγράφιζε με το δάχτυλο κυκλάκια στο χώμα κι άφησε τον πάγο στο σπίτι να λιώνει , ο χοντρός κυνηγούσε φανταστικά κουνούπια μπρος στα μάτια του , ο Τάσος πήγε να μαζέψει τη μπάλα με βήματα που φαινόταν ατέλειωτα , ο Ντεμέλο βρισκόταν ήδη τρεις γειτονιές πιο κάτω.
Αλλά κανείς μας δε μίλησε.
Κανείς.
Εκτός απ το Σωτηράκη.
-«Τι έγινε ρε σεις ; τι κάναμε σήμερα ;»
Με όλη μου την αγάπη στους αιώνιους κυπελλούχους Σωτηράκη, Χοντρό, Τάσο, Ανεστάκο, Τσικολή, Σπίθα, στον μικρό μου αδερφό που έμαθε- τόσα χρόνια αργότερα-πού επενδύθηκαν τα χαρτάκια του. Στον Δημήτρη τον «γρανίτη» που πρόλαβε και μας την έκανε ο μπαγάσας νωρίς και στον άλλον τον Δημήτρη που βιάστηκε κι αυτός να του κάνει παρέα προχτές…
* πρεμιέρα 6 Ιουλίου 2006 στο Sport24, θαρρείς και πέρασε ένας αιώνας από τότε
20 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, fairytales

Ήταν-μια εποχή- Το Όνειδος. Με όλα κεφαλαία.
Kαλύτερα να ‘λεγες πως πίνεις κάτουρα από τα WC του Λοιμωδών, με περισσότερη συγκατάβαση θα σε αντιμετώπιζαν.
Η χλεύη πήγαινε κι ερχόταν αν το έβλεπαν κρυμμένο σε κανένα ντουλάπι σου, δίπλα στα βινύλια των Country Joe & The Fish (έλεος), των Violent Femmes ή του Crazy Love στου Ζωγράφου (να θυμηθώ να ρωτήσω αν ζει ο Πουλικάκος). Ούτε λόγος για έκθεση του μπουκαλιού σε κοινή θέα, αν ήθελες να χάσεις και τους τελευταίους φίλους που σου απέμειναν δεν είχες παρά να τους βάλεις επιδεικτικά ένα ποτήρι από δαύτο. «Άλλο δεν έχεις ; άσε τότε, βάλε ένα παρφέ αμούρ ή κανένα ρόσο αντίκο, αν είναι να το ξεφτιλίσουμε ας το κάνουμε by the book».
Xάθηκε το Τζόνι, το Μπαλαντάινς, το Μπλακ εντ Γουάιτ, το Γουάιτ Χόρς ; του νέιμ ε φιου από όσα ήταν πρώτες μούρες όταν ήμασταν είκοσι κι αποφασίσαμε πως εκτός από το ξυράφι που μπήκε στα μάγουλά μας (μην ακούσω βλακείες) ήταν καιρός να μπει και κάτι πιο αντρικό από μαρτίνια, μαλαματίνες και μπατίντες (εδώ κι αν δεν θέλω ν’ακούσω βλακείες) στο αίμα μας. Οι σεξιστικές -γαμώ το ανέμπνευστο της νιότης μας δηλαδή- παραγγελίες «βάλε ένα 69» ή οι με υφάκι τυφλοπόντικα (δεν έχω ιδέα τι ύφος έχει ο τυφλοπόντικας αλλά υποθέτω θα είναι αρκετά άθλιο ως σημείο αναφοράς) προσεγγίσεις του τύπου «να κεράσω ένα 69;» ακόμη στοιχειώνουν τα χρόνια που τα ταγάρια ήταν το αντίστοιχο των παπάντζω LV και τα χακί THE DOORS σακίδια ζωγραφισμένα με bic πιο κοινά κι από γαστρεντερίτιδα στο Σουδάν. Τι τραβήξαμε κι εμείς οι πιονέροι του καλού γούστου….
Κι όμως, αυτό το υπαινικτικό αριθμητικό «δαύτο» είναι ένας από τους ελάχιστους συνδέσμους με τις πρώτες ωραίες μέρες που άρχισα να εκπαιδεύω σιγά-σιγά το συκώτι μου, τις μέρες της βασικής εκπαίδευσης εννοώ, πριν το κάνω πιο-σκληρό-για-να-πεθάνει κι από τις Ειδικές Δυνάμεις κι απ’ τον Μπρους Γουίλις. Μετά ήρθε η ώρα της καθόλου τιμητικής αποστρατείας του αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία που σηκώνει πολλή σκέψη και πολλή πληκτρολόγηση και σήμερα δεν έχω την παραμικρή διάθεση για ξεχειλωμένα flashbacks, όπως ήταν ολοφάνερο από όσα φάγατε στη μούρη διαβάζοντας ως εδώ…
16 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία RICHARD HAWLEY, adults only, εμμονές

Ένα ποτήρι κρασί. Μέτριο. Νιώθω πολύ κουρασμένος για να σηκωθώ ν’ανοίξω άλλο. Άσε που θα με πει ξανά «ψώνιο» αν με δει ν’ανοίγω καινούριο μπουκάλι κάθε φορά που δεν μου κάνει τα κέφια το προηγούμενο. Προσπαθώ να βάλω δέκα λέξεις στη σειρά, αδύνατον. Το ‘χει πει κι ο Hawley «my mind is full only with confused thoughts and Guinness» , μείον τις Guinness ισχύει και για μένα, άλλωστε η Guinness ποτέ δεν ήταν καλό ζευγάρι με την πολυθρόνα, θέλει μπάρα και ξύλο και καπνό και παρέα -έστω άλλο ένα ποτήρι- για να ζήσει αυτή καλά κι αυτός που την έχει στα χείλια του καλύτερα.
Nαι, έχω κόλλημα με τον Hawley. Πάντα έβρισκα πολύ στρας τον Sinatra, αρκετά βλάχο τον Cash, ανίατο μελόδραμα τον Scott Walker και θλιβερό -εντάξει, είμαι κακός, το ξέρω- τον χαροκαμένο τον Οrbinson. Όλους τους αγαπούσα όμως, με τα ελαττώματά τους. Mέχρι που βρέθηκε ένας που ήταν τέσσερα σε ένα (και έπαιζε κιθάρα όπως θα έπαιζε ο θεός ο ίδιος αν δεν πούλαγε μούρη λόγω της θέσης του στο οργανόγραμμα) και είπα «εδώ είμαστε αγόρι μου, κάποια μέρα θα ταξιδέψω ακόμη κι ως το Sheffield για χάρη σου». Αν αναλογιστεί κανείς πως , μετά από άπειρα χρόνια που ήμουν παρκαρισμένος , έκανα κοντά 500 χιλιόμετρα νυχτιάτικα -για χάρη του, τα είπαμε ήδη αυτά- νομίζω πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο για το Sheffield.
Τρίτο ποτήρι. Για όσους αγαπώ πραγματικά, δεν τσιγκουνεύομαι τα χιλιόμετρα. Το έκανα και θα το ξανακάνω. Αρκεί να ξέρω πού βρίσκονται, γιατί μερικές φορές, πολλές φορές, έχουν την συνήθεια να φεύγουν από κει που είπαμε πως θα βρεθούμε και όταν φτάνω δεν ξέρω πού ακριβώς να ψάξω. Μια, δυο , τρεις , στην αρχή με παραξένεψε και με πίκρανε αυτό. Στο τέλος κατάλαβα πως το κάνω για μένα, δεν ψάχνω αυτό που είναι σήμερα -και δεν το αναγνωρίζω πια- αλλά ψάχνω αυτό που κάποτε ήταν και ποτέ δεν γνώρισα κι αυτό πληρώνω. Ίσως. Βάλε κι ένα «ίσως», δωρεάν είναι οι λέξεις. Τώρα βάλε ακόμη ένα ποτήρι γιατί αν δεν σηκωθείς θα σταματήσει εδώ το ποστ.
Το κρασί είναι ψιλοχάλια, για να πούμε τη μαύρη -γεμάτη τανίνες- αλήθεια. Δεν φταίνε αυτοί οι μαλάκες οι καλιφορνέζοι, εγώ φταίω που άνοιξα ήλιο ενώ χρειαζόμουν σήμερα μερικά στρέμματα σύννεφα πάνω απ΄το κεφάλι μου για να γράψω. Τι σοβαρό μπορείς να γράψεις πίνοντας ένα zinfandel; το πολύ πολύ καμιά ωδή για τους Jefferson Airplane, τους Red Hot Chilli Peppers ή τον Beck. Να μου λείπει. Δεν θέλω sideways αλλά shot in the back of the head, να βαφτεί κανείς τοίχος κόκκινος από όσα σκέφτομαι, το σιχάθηκα το off white. Δεν έχει καμιά ιστορία το off white πάνω του, άγραφη σελίδα είναι, τι να τις κάνεις τις σελίδες που έμειναν άδειες ενώ ήθελες και μπορούσες να γεμίσεις κάθε γωνιά τους ;
Χάλια χάλια αλλά ήδη στράγγιξα το τέταρτο ποτήρι, είναι ακριβώς το σημείο όπου θυμάμαι ότι δεν πρέπει να πίνω. Ελαττωματική μνήμη, αντί να μου στείλει το sos στο πρώτο, μπεκροπίνει μαζί μου και κάνει βόλτες στα παλιά μήπως και βρει κανένα λάφυρο να το φέρει μπρος στα πόδια μου σαν κόκαλο, κουνώντας την ουρά της. Εντελώς ηλίθια, τι να μου κάνουν τα χτεσινά και τα προπέρσινα, δεν έχω ψυγείο να τα βάλω μέσα και θα μυρίσουν σύντομα. Γι αυτό τρέχω πίσω από το σήμερα και το αύριο. Και γι αυτό δεν πρέπει να πίνω, στα δυο ποτήρια μπαίνει αυτόματα η όπισθεν και θα έχω –πάλι- άσχημα ξεμπερδέματα μια μέρα.
Πέμπτο λέω να μην πιω. Κι ούτε θα σκάσω για να γράψω. Αφού ούτε εγώ θέλω να διαβάσω μετά, πόσο μάλλον άλλος. Στο κάτω κάτω της γραφής ποιος εκτός από μένα μπορεί να νοιάζεται για μια μέρα του Δεκέμβρη που έφυγα μακριά, έξω έκανε κρύο, άρχισε να βρέχει και άνοιξα τα παράθυρα για να μπει η βροχή μέσα. Κανείς. Και μιας κι οι λέξεις είναι του πεταμού πια, να θυμηθώ να βάλω κι ένα τραγουδάκι να παίζει, μερικές φορές τα σάουντρακς σώζουν μια φριχτή ταινία.
Μισό ακόμη, μισό μόνο. Μια γουλιά ρε γαμώτο, εντάξει; Ούτε μια, μισή, μόνο για να δω τη μικρή κόκκινη τρικυμία στο ποτήρι, για τρία –τέσσερα δευτερόλεπτα. Μισό, έρχομαι…
Το εμπορικό των Cole Brothers έστεκε σε μια γωνιά του Sheffield για πάνω από τρεις γενιές. Δεν άντεξε παραπάνω και στη θέση του στέκει σήμερα μια γυαλιστερή πρόσοψη της HSBC. Κι όμως, όσοι δίνουν ραντεβού για εκεί μπροστά σήμερα λένε πως θα βρεθούν «at Coles Corner». Δεν είναι νοσταλγία, πείσμα είναι, «no matter what they do they’ll never take it away from us» λέει ο Ηawley. Μπορεί κι αγάπη, πέρα από πείσμα. Σηκώνει πείσματα η αγάπη όμως ; Προχτές έλεγα όχι. Τώρα σκέφτομαι πως μπορεί. Ποιος ξέρει…
Φτάνει, εντάξει; δεν βλέπεις πού είναι το backspace και πού το enter πια και θες να βρεις πού ήταν το Coles Corner; Νισάφι, αρκεί.
Τώρα που το ξαναδιάβασα πριν το κλείσω στο μπουκάλι και το πετάξω στη θάλασσα, απόρησα μαζί μου : τι σόι ιστορίες χωρίς ειρμό, αρχή, μέση και τέλος είναι αυτές; ειδικά χωρίς τέλος…
14 σχόλια »

Kαι μόνο που καρφώνεις τέτοια μαρκίζα από πάνω, είσαι έτοιμος να γράψεις απολογισμό. Γεγονός από μόνο του αρκετά θλιβερό, καθώς οι απολογισμοί είναι άλλοθι για όσα θέλεις να κάνεις και ξέρεις πως δεν θα μπορέσεις ποτέ. Γι αυτό τους κάνεις άλλωστε. Για να πεις «εντάξει, ήξερα τι έπρεπε να κάνω από δω και μπρος αλλά».
Μετά το «αλλά» μπορείς να βάλεις ουρά ένα εκατομμύριο λέξεις. Όποια και να διαλέξεις θα είσαι εύστοχος. Δεν είναι η λέξη το μπαλαντέρ, το «αλλά» είναι. Σαν ανάπηρο encore.
Είναι τότε, λίγο πριν, λίγο μετά τα πρώτα –ήντα που σκέφτεσαι φωναχτά «είναι σαν να ζητώ απεγνωσμένα να πληρώσω μετρητά παντού και μου λένε ότι δέχονται μόνο πιστωτική».
Ίσως γιατί φοβούνται πως το άυλο ρευστό σου είναι κάλπικο, κλεμμένο από αλλού ή συνήθισαν στις -εκ του ασφαλούς αλλά με κρατήσεις - δόσεις. Makes sense. Ποιός να πιστέψει πως μια βαθιά ρυτίδα μπορεί να κυκλοφορεί εκεί έξω εξοφλώντας λογαριασμούς στο ακέραιο και πληρώνοντας ακόμη και αμφίβολες υπεραξίες ;
10 σχόλια »

Γιατί γράφεις ;
I’m only in it for the money
Για ποιόν γράφεις ; ποιοί πιστεύεις πως είναι οι πιστότεροι αναγνώστες σου ;
girls who keep goldfish & people who died
Δεν μπορείς να γράψεις κάτι χωρίς να έχεις τις εμμονές σου στενό κορσέ ; τι σόι κόλλημα είναι αυτό με τα ωραία πόδια και τα άσπρα πουκάμισα ; έχει όνομα αυτός ο ψυχαναγκασμός ;
legalized murder
Έχεις κάποιου είδους –ας πούμε- συμβουλή για όσους παίρνουν τα όσα γράφεις στα σοβαρά ;
don’t eat the yellow snow
Μετά από κοντά 900 ποστ, εξακολουθεί να σου δίνει καμιά ιδιαίτερη ικανοποίηση ένα διθυραμβικό σχόλιο ;
we are all prostitutes
Tι νομίζεις ότι θα λένε για σένα μόλις σταματήσεις να γράφεις ;
the man who invented himself
Πότε λοιπόν θα σταματήσεις ; τι περιμένεις ;
the word I was looking for
(υποβολείς : Frank Zappa , The Pop Group , The Jazz Butcher , Jim Carroll Band , The Mothers of Invention , Robyn Hitchcock , χωρίς την πνευματική κληρονομιά των οποίων ακόμη θα έψαχνα πνευματώδεις απαντήσεις σε ανόητες,χιλιοπαιγμένες και -εν τέλει- άνευ σεξ απήλ ερωτήσεις, thanks puppets)
6 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, business trips, εμμονές

Θα μιλήσουμε μόνο για μουσική σήμερα.
Τη λατρεία μου -στα όρια του cult- για το Köln Concert του Keith Jarrett την έχω εξομολογηθεί δημόσια. Πολλές φορές, τόσες πολλές που έπαψε να είναι εμμονή και προβιβάστηκε σε εξάρτηση. Δεν είναι μόνο η προϊστορία που με δένει με το (διπλό) βινύλιο της ΕCM, είναι και αυτές οι σπάνιες συμπτώσεις της ζωής που σε στέλνουν κάποια στιγμή να αναρωτιέσαι αν στα εικοσιένα μου (άργησα να συναντηθώ μαζί του) ήξερα ήδη τι μου επιφύλασσε το μέλλον σ΄αυτή την πόλη που έφτασα να την ξέρω πια τόσο καλά όσο κάθε ρυτίδα πάνω μου. Σχεδόν μεγάλωσα μαζί της, δεν τολμώ να πω ωρίμασα γιατί θα είναι σαν ομολογία ήττας, είναι φορές που σκέφτομαι με τρόμο το τι μπορεί «ωριμότητα» να σημαίνει.
Οι νότες του Jarrett κυλάνε όπως ο Ρήνος. Κάποιες στιγμές που βρέχει καταρρακτωδώς μέσα σου, μένεις να τις κοιτάς σαν μουδιασμένος ξέροντας ότι όπου να ‘ναι θα φουσκώσουν και θα σε πάρουν από κάτω. Αποφασισμένος να μην αντιδράσεις, υποταγμένος στη ροή , μαγεμένος από τον εκούσιο πνιγμό σου. Στο τέλος συνέρχεσαι μέχρι να ξαναβουτήξεις χωρίς ανάσα. Πάντα έτσι γίνεται με το Köln Concert, πάντα. Από το ισόγειο στου Ζωγράφου με τζην, τζάκετ και Black & White (πού το θυμήθηκες τώρα; ) μέχρι το φυσικό του περιβάλλον, στο Mondial am Dom, λίγο πριν τα μεσάνυχτα με ανοιχτό το notebook , επιτέλους λυμένη τη γραβάτα και τα κορδόνια, με τα σημάδια από το σκληρό κολάρο τριγύρω στο λαιμό σου να σου θυμίζουν πόσο ευάλωτος είσαι ακόμη σε business απαγχονισμούς.
Δεκατρία χρόνια μετά την Κολωνία, είναι η σειρά του Paris Concert. Για τον Jarrett. Εγώ τα έκανα ανάποδα αλλά μου πήρε -κι εμένα- δεκατρία χρόνια. Οι σπάνιες επαναλαμβανόμενες συμπτώσεις που λέγαμε. Kαι μ’αυτή την πόλη έχω ανοιχτούς λογαριασμούς αλλά με την κατά Jarrett εκδοχή όχι, τίποτε δεν με δένει μαζί της, ούτε μια καλή κουβέντα έχω κρατημένη γι αυτές τις νότες. Δεν εκπλήσσομαι, είναι όπως ένα ταξίδι : πάντα θέλεις να ξαναγυρίσεις εκεί απ’ όπου ξεκίνησες αλλά πολύ περισσότερο θέλεις να φτάσεις ως το τέλος. Η διαστροφική μου κοσμοθεωρία λέει πως καλή η διαδρομή αλλά γιατί να την ξεκινήσεις αν είσαι απ’ την αρχή αβέβαιος για το αν θέλεις να φτάσεις εκεί. «Εκεί» που ; Δεν ξέρω , κάπου. Δεν τα ξέρω δα και όλα.
Αν τα ταξίδια αυτά σου φαίνονται επώδυνα κι αν φιλοσοφία σου είναι το travel light, μείνε μακριά από τα σόλο του Jarrett. Άλλωστε έχεις να κουβαλάς τόσα χρόνια, τόσες άσπρες τρίχες και τόσες ωραίες σκέψεις μέσα σου και πάνω στο πετσί σου, πού να χωρέσεις κι ένα πιάνο στη Delsey. Δοκίμασε την εκδοχή του John Abercrombie στο Parable. Eίναι ο,τι πλησιέστερο στο Köln Concert μπορώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή, αξίζει κάθε δευτερόλεπτο από τα 10:39 του. Κι όσο να ‘ναι , περιμένοντας μια κιθάρα στον ιμάντα των αποσκευών κανείς δεν θα γυρίσει να σε κοιτάξει περίεργα, ενώ με ένα Bösendorfer baby grand δύσκολα θα αποφύγεις τα απορημένα βλέμματα. Kαι τα πικρά, συγκαταβατικά τους χαμόγελα που κρύβουν ένα «βαρύ φορτίο για τόσο κουρασμένους ώμους». Είναι η στιγμή που ούτε τα σκούρα ακριβά κοστούμια, ούτε τα καλογυαλισμένα παπούτσια μπορούν να σε γλιτώσουν.
Όπως καταλάβετε, μιλήσαμε μόνο για μουσική σήμερα….την άλλη φορά καλύτερα να σας πω για αεροδρόμια…
17 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, dolce vita, εμμονές
34) Να βρω ένα τζίνι που θα μου εκπληρώσει 5 ευχές. Μια από αυτές θα είναι -μα τι άπληστος !- να συναντήσω άλλο ένα τζίνι που θα μου εκπληρώσει 5 ευχές, οπότε αυτομάτως πήγαμε στις 9. Και πάει λέγοντας. Τις μισές ευχές θα τις χαρίσω σε άλλους γιατί είμαι πολύ καλός άνθρωπος. Καθόλου άσχημα. Αν το τζίνι μοιάζει και της Barbara Eden αγγίξαμε την τελειότητα.
47) Να φτάσω ογδόντα, έστω εβδομήντα, εξηνταοκτώ και τελευταία προσφορά, και να καθίσω σ’ένα μπαλκόνι απέναντι από τη θάλασσα αργά το απόγευμα φορώντας την ίδια χακί βερμούδα και το ίδιο μαύρο τι-σερτ που φορούσα έναν αρχαίο Αύγουστο, πίνοντας κρασί κι ακούγοντας Slut. Εντάξει, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μοιάζω σαν νεόπτωχος Armani αλλά θα με συγχωρέσω για το στυλιστικό έγκλημα. Για Μηχανή του Χρόνου τα χρειάζομαι τα παλιόρουχα, όχι για εξώφυλλο στο Oldman’s Bazaar.
52) Nα πατήσω stop στο ασανσέρ, να κολλήσω πάνω της και να εύχομαι να ξαναλειτουργήσει όταν το πάρουμε -θέλοντας και μη- απόφαση πως όντως στα είκοσι είναι αλλιώς εκεί μέσα. Κλισέ του κερατά αλλά τόσο σινεμά έχω δει, να μη κάνω μια ρημάδα απόσβεση;
Στο MEN24 χώρεσαν - προσεχώς- τα 24 (συν ένα δώρο, χωρίς προσφορές δεν είναι χαϊβάνια οι αναγνώστες να στρώσουν κώλο να διαβάσουν)
Εδώ θα χωρέσουν (σε μια, δυο, τρεις ; δόσεις) καμιά εξηνταριά…μπορεί και λίγα παραπάνω, κάθε μέρα η απληστία μου υπενθυμίζει την παρουσία της, θαρρείς και ήταν ποτέ λιτοδίαιτη ή διακριτική.
Όσα δεν χώρεσαν είναι πολλά. Ευτυχώς. Σημαίνει πως θα πεινάω ακόμη.
(άθλος ! ούτε μια εικόνα, ούτε μισό λινκ , σχεδόν συλλεκτικό ποστ)
12 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία Fabulous Goodbyes, adults only

Eγώ μιλάω ;
Ναι, μισό λεπτό να συγχρονίσω το σάουντρακ για ν’ ακούγεται πάνω στα λόγια σου
Εντάξει
Μπορείς ν’αρχίσεις τώρα
Ήταν ένας άντρας που πήγαινε κάθε μέρα στο ίδιο εστιατόριο, καθόταν στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια καρέκλα, έφτανε πάντα στις εννιάμιση το βράδυ και έφευγε λίγο πριν πάει έντεκα. Μόνος. Εννοώ πως πήγαινε μόνος, καθόταν μόνος και μόνος έφευγε. Αυτό γινόταν επί δεκατέσσερα χρόνια, χωρίς διακοπή, ούτε μια μέρα έλειψε όσο ήταν ανοιχτό το εστιατόριο. Φορούσε ένα σκούρο μπλε κοστούμι με ίδιο γιλέκο, άσπρο πουκάμισο και μια γραβάτα σκούρη κι αυτή. Οι σερβιτόροι μα και οι άλλοι τακτικοί – αν μπορεί κανείς να τους ονομάσει έτσι- θαμώνες ήταν σίγουροι πως είχε τουλάχιστον δυο ίδια κοστούμια και μισή ντουζίνα άσπρα πουκάμισα γιατί ποτέ δεν υπήρξε μέρα που δεν ήταν τόσο καθαρός ο γιακάς και οι μανσέτες τους όσο ο λαιμός ενός μωρού που μόλις το βγάλαν από το μπάνιο…..να συνεχίσω; γράφει ;
Nαι, δεν ακούς τη μουσική;
Kάθε βράδυ επί δεκατέσσερα χρόνια, ούτε αρρώστια τον κράτησε μακριά, ούτε γιορτές, ούτε αργίες, ούτε βροχές ή χιόνια, ούτε χαλασμένα ρολόγια ή αλλαγές της ώρας, πάντα εννιάμιση εκεί, έντεκα στο δρόμο ξανά. Κανείς, εκτός από όσους τον σέρβιραν, δεν θυμάται τι έτρωγε, τι έπινε, τι πλήρωνε. Κινητό δεν είχε, ή τουλάχιστον δεν ακούστηκε ποτέ να χτυπά. Η θέση απέναντι άδεια. Από την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε ως τη μέρα που δεν άνοιξε την πόρτα να μπει μέσα. Μετά την τρίτη φορά κανείς δεν τον ρώτησε ξανά αν περιμένει κάποιον –πάντα είναι πιο ευγενικό να λες «κάποιον», είναι αποστειρωμένα άφυλο-. Δεν είναι παράλογο να υποθέσει κανείς πως ούτε οικογένεια είχε, ούτε φίλους, ούτε παρέες. Έτρωγε ανέκφραστος, αφηρημένος, μηχανικά, σαν να ‘πρεπε απλώς να μισοαδειάσει ένα πιάτο κι ένα ποτήρι κρασί από υποχρέωση. Ακριβώς αυτό. Από υποχρέωση….θέλεις να σου πω κι άλλο ;
Tι έγινε τελικά; εννοώ πώς τέλειωσε η ιστορία ; κοντεύει να τελειώσει η μουσική, πρέπει να βρούμε κι ένα τέλος για την ιστορία.
Κανείς δεν ξέρει, στο είπα. Κανείς δεν νοιάστηκε να μάθει ποιος ήταν και γιατί εξαφανίστηκε. Τίποτε αληθινά παράξενο όμως, οι άνθρωποι εξαφανίζονται για κάποιο λόγο, είτε σε πέντε μέρες, είτε σε δέκα μήνες, είτε σε δεκατέσσερα χρόνια. Εσύ θα μπορούσες να σκεφτείς πως έφυγε γιατί κουράστηκε να βλέπει άδεια την απέναντι θέση ή επειδή κατάλαβε πως άργησε να πάει στο σωστό μέρος γιατί επί δεκατέσσερα χρόνια ερχόταν στο λάθος. Ναι ;
Σωστά. Γι αυτό έφυγε λοιπόν; για να μην αργήσει κι άλλο ;
Λάθος. Λάθος. Λάθος. Έφυγε για να τελειώσει αυτή η ιστορία και για να ξεκινήσει μια άλλη. Άλλωστε θα ‘πρεπε από καιρό να έχεις μάθει κοντά μου πως δεν μπορείς ν’αργήσεις να φτάσεις εκεί όπου δεν υπάρχει κανείς να σε περιμένει….νομίζω πως τέλειωσε η μουσική, ώρα να φεύγω κι εγώ. Κλείδωσε εσύ το ποστ. Θα λείψω για λίγο.
(με αφορμή αυτό ,τη μουσική του Pascal Comelade και μια γυναίκα που δεν ήταν εκεί….άλλωστε συνήθως για μια γυναίκα που είναι αλλού γράφονται οι μισοτελειωμένες ιστορίες)
18 σχόλια »

Δέκα μέρες νωρίτερα.Eίναι λίγο μετά την κήρυξη των εκπτώσεων, κυκλοφορώ ως άμαχος στα γνωστά ισπανικά χαρακώματα που είναι η πλέον ακατάλληλη ζώνη για αγοραφοβικούς. Στοίβες τα μάλλινα στους πάγκους, πέντε ενενήντα τα τι-σερτς , ένα καφέ παλτό κι ένα μαύρο που γλίτωσαν από τις ορδές για άγνωστους (πλην του μεγέθους, ούτε ο Μπενίνι χωράει μέσα στο XL τους) λόγους. Λίγο πιο χαμηλά αραδιασμένα τα χειρότερα παπούτσια με τα οποία έχoυν ποτέ μονομαχήσει τα μάτια μου , αν ήμουν γυναίκα θα έστελνα με εξτρίμ συνοπτικές διαδικασίες σπίτι του -ή στη μαμά του- όποιον ζέσταινε τα πόδια του με αυτά , πουλοβεράκια με V , με U , με ρίγες, με κουμπιά , με φερμουάρ μπρος – πίσω, σιχαίνομαι τα φερμουάρ εκτός αυτών που αγγίζουν μια ωραία γνώριμη πλάτη και περιμένουν υπομονετικά να τα κατεβάσω , σκουντιέμαι με μερικές λιγοθυμισμένες γραβάτες που μοιάζουν με τιράντες , κάμποσες ορφανές κρεμάστρες , σοβιετικές ουρές στα δοκιμαστήρια , ουρές ΙΚΑ στο ταμείο , μου είναι αδύνατον να αξιολογήσω ποια ουρά είναι χειρότερη, την πρώτη ούτε να την σκέφτομαι , ιδρώνω στα δοκιμαστήρια και με αγχώνουν οι βιαστικοί που περιμένουν απ’ έξω μέχρι να ξαναβάλω το παλιό μου παντελόνι που δεν θα το απαρνηθώ για χάρη ενός νέου που κουμπώνει μια παλάμη κάτω από τον αφαλό και όταν σκύψεις γίνεσαι το πιο pathetic θέαμα στην υφήλιο , κι άλλα τι-σερτς με στάμπες , αν σκαρφαλώσεις πάνω απ την μεσοτοιχία των σαράντα τέτοιες εξτραβαγκάντζες απαγορεύονται δια ροπάλου -κατά προτίμηση με καρφιά- . Stick to the basics ,μονολογώ, οι εκπτώσεις είναι - ; - ευκαιρία για κλασσικές αγορές , μαύρα, άσπρα, λίγο πιο μαύρα, λίγο πιο άσπρα , μα οι κλασσικοί πέθαναν πριν καν φτάσουν στο ράφι.
Όλοι ;
Όλοι και όλα.
Εκτός από ένα -surprise me ρε Κ.Κ.Μοίρη- άσπρο πουκάμισο που στεκόταν μόνο, απελπισμένο και ξεχασμένο σε μια κρεμάστρα ανάμεσα σε ένα εκατομμύριο χρωματιστά. Υποφέρω όταν βλέπω μόνα και απελπισμένα άσπρα πουκάμισα και αποφάσισα να το πάρω-κι αυτό- υπό την προστασία μου.
Πώς άλλοι περιμαζεύουν και ζουν ανάμεσα σε γάτες ;
Εγώ το κάνω με άσπρα πουκάμισα. Τρέφονται με το φρεσκοπλυμένο σου δέρμα και μια πρέζα κολώνια, ο ορισμός του ολιγαρκούς. Με λίγη προσοχή ζουν περισσότερο από τις γάτες και όταν αποφασίσουν να φύγουν απ’ το σπίτι, υπάρχει λόγος σοβαρός. Χώρια που ίχνος από χνούδι δεν βρίσκεις στους καναπέδες όταν κυλιούνται πάνω τους. Αν και πέρασαν πλέον οι εποχές που τσαλακωνόταν πάνω σε κρεβάτια και καναπέδες, τώρα -ανεξάρτητα από το τι θα ή δεν θα ακολουθήσει- βγαίνει και μπαίνει ευλαβικά στην κρεμάστρα , για πάτωμα ούτε λόγος.
Τρεις μέρες μετά μπήκε στο πλυντήριο μετά από ομηρικούς καυγάδες (κανονικά πρέπει να πλένεται αυθημερόν με τόσα χέρια που το χάιδευαν ή το τραβολογούσαν τόσες μέρες, αλλιώς αποκτά ανίατο ψυχολογικό πρόβλημα και είναι αδύνατο να δεθεί ψυχικά με το αφεντικό του) και την τέταρτη μέρα πήρε τη θέση του στη ντουλάπα. Καμαρωτό , μπουζάτο, τσίλικο , μυρωδάτο και –κυρίως- στο σωστό νούμερο. Ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένα άσπρο πουκάμισο. Οι άγγλοι το λένε «crisp» και αυτή η λιτή περιγραφή του πάει κουτί : αφράτο, τραγανιστό, φρέσκο. Έτοιμο να το δαγκώσεις, όχι απλά να το φορέσεις.
Σήμερα το πρωί το είδα να στέκει περιμένοντας τη σειρά του. Μύριζε ακόμη ζεστό σίδερο. Έκανα πως δεν το είδα, δεν πρέπει να δίνεις πολύ θάρρος στα νεαρά άσπρα πουκάμισα, βγάζουν γλώσσα στα παλιά και δεν το δικαιούνται. Όχι ακόμη. Μπορεί και ποτέ.
Του λείπει μια ιστορία. Μια ιστορία που -αν είχε στόμα- θα άξιζε να ακουστεί. Αν είναι τυχερό , κάποια στιγμή θα τη ζήσει. Αν όχι, θα έχει να διηγείται το «ζώντας και πεθαίνοντας σε μια ντουλάπα» . Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα γίνει ποστ. Στη χειρότερη ξεσκονόπανο. Και στην ιδανική, τραγούδι ή δέρμα για λίγες ώρες πάνω σε άλλο δέρμα.
Διόλου άσχημα για ένα ταπεινό κομμάτι πανί made in Portugal.
( ηθικοί αυτουργοί ήχων : εδώ κι εδώ )
11 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, auto-ποστιέρα

Θέλω να μην ξαναμυρίσω ιώδιο και αλκοολούχο διάλυμα σε δωμάτια και διαδρόμους νοσοκομείων (και έξω από αυτούς).
Θέλω να κοιμηθώ ένα ολόκληρο 8ωρο χωρίς διακοπή για το σπλάτερ της επόμενης μέρας ή μίζερα όνειρα.
Θέλω το αγαπημένο μου άσπρο πουκάμισο να έχει έναν ηρωικό θάνατο που του αρμόζει : πάνω σε αγαπημένο δέρμα, όχι να πεθάνει μόνο κι έρημο σε μια σκοτεινή ντουλάπα.
Θέλω η φθορά των εγκεφαλικών μου κυττάρων να είναι μικρότερη από αυτήν που προβλέπει- για τα χιλιόμετρα που έφτασα- το Βιβλίο Κατασκευαστή.
Θέλω να πιω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί κοιτώντας στα μάτια αυτόν που έχω απέναντι, χωρίς να έχω να του πω ο,τιδήποτε και να με καταλάβει μια χαρά.
Θέλω να ανέβω πολλές φορές σε αεροπλάνα και άλλες τόσες να ξανακατέβω. Είναι βασικό αυτό (για να μπορέσω να ξανανέβω).
Θέλω να διαβάσω κάτι αληθινά καινούριο που θα με συνεπάρει. Κι ας με βγάλει όπου να ‘ναι, είμαι δεμένος με μια λεπτή αόρατη κλωστή για να ξανάβρω το δρόμο (και δεν θα κόψω την κλωστή όταν γυρίσω, για να μπορέσω να ξαναχαθώ).
Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω για να ζω και όχι το αντίθετο. Τέτοια μετάλλαξη ούτε στον χειρότερο εχθρό μου θα ευχόμουν.
Θέλω να ακούσω ξανά μουσικές που θα τρυπώσουν κάτω από το δέρμα μου και θα μολύνουν όμορφα το αίμα μου, δεν θέλω ανοσία σε soul infections.
Θέλω ακόμη πέντε λεπτά κι ας είναι η τελευταία φορά που θα μυρίσω γνώριμο ιδρώτα (μετά θα ξαναζητήσω κι άλλα πέντε λεπτά και μετά άλλα πέντε και πάει λέγοντας μέχρι να συμπληρωθεί μια ζωή).
Θέλω να παίζω μπιρίμπα κάθε δεύτερο Σάββατο. Σύμφωνοι, είναι λίγο Ζαχαράτος αλλά μερικές ωραία σαχλές εμμονές είναι το άλλοθι για τις μεγαλύτερες.
Θέλω να μη με εγκαταλείψουν οι εμμονές μου, ειδικά αυτές που έχουν να κάνουν με ανθρώπους. Είναι αργά για να ψάχνω εναλλακτικές διαδρομές (που ξέρω ότι στο ίδιο μέρος θα με βγάλουν).
Θέλω να μην χρειαστεί να περιμένω έναν αιώνα για να διασταυρωθεί το βλέμμα του γιατρού με το δικό μου ώσπου ν’ ακούσω “όλα καλά”.
Θέλω να διαβάζω sms που λένε «σ’αγαπώ», «μου λείπεις», «να προσέχεις», «έλα πάρε με, βρέχει», «στείλε λεφτά αύριο». Σημαίνει πως υπάρχουν κάποιοι που -ακόμη- με χρειάζονται.
Θέλω να δω πάλι κάτι στο σινεμά που θα θολώσει, θα υγράνει και θα καθαρίσει τα βαριεστημένα και κουρασμένα μάτια μου που βαυκαλίζονται πως τα ‘χουν δει όλα.
Θέλω να μοιραστώ μια φέτα καρπούζι τον Ιούλιο και τον Αύγουστο και να μη με νοιάζει τι γεύση θα έχει. Αρκεί που θα ξαναείναι καλοκαίρι και θα την μοιραστώ.
Θέλω να αγοράσω κάτι εντελώς άχρηστο που θα αποδειχθεί –στην πορεία- ακόμη πιο άχρηστο από ότι περίμενα. Έτσι ίσως κάποτε μάθω να εκτιμώ την αξία των χρήσιμων.
Θέλω να δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν και να προβάρουν τα καινούρια τους φτερά, είναι νωρίς ακόμη αλλά θα προσπαθήσω να μη τους τσαλακώσω έστω κι ένα πούπουλο γιατί δεν πουλάνε πουθενά φτερά για να τα αντικαταστήσω.
Θέλω να μην (ξαν)αλλάξω νούμερο παντελόνι. Εντάξει, κάπως πρέπει να ζήσουν οι ράφτες αλλά πριν προλάβω να τους πληρώσω θα με σκοτώσει σε μια σκοτεινή γωνιά σα σκυλί ο καρδιολόγος μου. Αν δεν τον προλάβει στην προηγούμενη γωνία ο ενδοκρινολόγος μου.
Θέλω να ξανακάνω την Τέλεια Διαδρομή με το αυτοκίνητο. Μέχρι την επόμενη Τέλεια Διαδρομή.
Θέλω να μην αλλάξει καμιά γεύση από όσες θυμάμαι, τις θέλω όπως την πρώτη φορά που μπήκαν μέσα μου και με παρέλυσαν. Aν είναι ανθρώπινες, ακόμη καλύτερα.
Θέλω να μη κλάψει κανείς εξ αιτίας μου. Εμένα, όμως, δεν με πειράζει να κλάψω ανακουφισμένος.
Θέλω όταν μετρηθούμε στο τέλος της διαδρομής, να μη λείπει κανείς.
Θέλω να μην πάψω ποτέ να γεννάω κι άλλα «θέλω» κι ας ξέρω πως κανένα μα κανένα δεν είναι στο χέρι μου. Αδιαφορώ, το παν είναι να είσαι θετικά άπληστος στο ανέφικτο.
……………………………………..
(ξαναζεσταμένο φαγητό, τα ίδια το 2008, τα ίδια το 2009 , τα ίδια και του χρόνου)
17 σχόλια »
|