Αρχείο για την κατηγορία

Έλα αγόρι μου , μην είσαι τόσο ντροπαλό και κρύβεσαι , δεν ξεπάγιασες εκεί μέσα ; σου έφερα καινούριες μπαταρίες από κείνες που σου αρέσουν , μόλις βγήκα μυρωδάτη απ’ το μπάνιο , χτενίστηκα , βάφτηκα για χάρη σου , δεν θα μιλάω πολύ , κατέβασα το τηλέφωνο για να μη μας ενοχλήσει κανείς , έχω έτοιμο το χάπι για την ημικρανία για να μη σε αφήσω μόνο ούτε λεπτό μετά , πήρα τη μάνα μου να της πω ότι δεν θα μπορέσω να περάσω από κει σήμερα το βράδυ, έκλεισα την τηλεόραση για να μην τρέχει το μυαλό σου αλλού , έβαλα Γκαραβέλα στο Love Radio , καίω , τι σκατά θέλεις ακόμη από μένα ;
22 σχόλια »

Ειλικρινά δεν ήξερα τι να ευχηθώ και μου ‘ρθε αυτό μόνο : αν το 2010 είναι ξενοδοχείο, εύχομαι να μην υπάρχει ούτε ένα μονόκλινο δωμάτιο μέσα του.
Την υπόλοιπη ιστορία ας την φτιάξει καθένας μόνος του. Κι αν είναι τυχερός, ας την ζήσει κιόλας.
15 σχόλια »

Μια γυναίκα – με άλλους πέντε άγνωστους – στο ασανσέρ του Renaissance της Κολωνίας, 1997 αν δεν με κοροϊδεύει η μνήμη μου
Μια πάρα πολύ όμορφη γυναίκα που έπινε βότκα με λεμόνι (έτσι νομίζω) στη μπάρα του Otto Dix με έναν κοιμισμένο κουστουμαρισμένο στο πλάι της , τι ηλίθιοι είναι οι -άλλοι- άντρες τελικά
Μια θαμώνας - τα ωραιότερα χείλια που έχω αντικρίσει στη ζωή μου - στο στρειδάδικο δίπλα στο Ηotel Londres et New York .Σιγά μη θυμάμαι πώς λέγαν την οστρακερί μετά από τέτοιο σοκ , ειδικά την ώρα που έβγαλε τα γυαλιά της μυωπίας της και το βλέμμα της με σκανάρισε για ένα νανοσεκόντ, σαν να μου ‘λεγε “μα τί κοιτάς ρε παπάρα;” -
Αυτή που έκανε μπάνιο δυο μέτρα μακριά από μένα στην Άφησσο, υπέροχη βουτιά , ακόμη πιο υπέροχο θέαμα, τυχερό το αλάτι που θα κόλλησε πάνω της
To μελαχρινό κορίτσι που έτρωγε Schweinehaxen στο Früh σαν να ήταν φουα-γκρα, ζήλεψα τον τρόπο που κρατούσε το πιρούνι και έφερνε τη μπουκιά στο στόμα , καλά που δεν πνίγηκε όπως την κοίταζα αποσβολωμένος
Εκείνη που είχε πάνω στα πόδια της - και τι πόδια! - δυο πλαστικά ποτήρια με καφέ στο Olympus Plaza έξω από την Κατερίνη, Αύγουστος
Aυτή που ακούμπησε κατά λάθος δυο φορές το χέρι μου στη γραμμή μεταξύ Châtelet και Madeleine και χαμογελάσαμε κι οι δυο καθόλου αμήχανα , θυμάμαι ότι μετά το χέρι μου μύριζε σαπούνι
Ξανά Otto Dix , τραπέζι δίπλα στο τζάμι , ανοιχτόχρωμο ταγιέρ , πόδια χιλιόμετρα , θέση δίπλα με ανδρικό παλτό επάνω, πού να τολμήσεις να πλησιάσεις ;
Τα ατέλειωτα πόδια ( τα φετίχ μου μέσα ) που κάναν check in ακριβώς μπροστά μου στο Düsseldorf
Ένα ροζ κοντό φόρεμα που προσπαθούσε να διασχίσει το δρόμο , ακριβώς μπροστά από το Mακεδονία Palace, ευτυχώς δεν την πάτησα από την ταραχή μου
Μια γυναίκα που μύριζε Escape Οκτώβρη μήνα και πέρασε δίπλα μου χωρίς να μου δώσει σημασία (αυτό έγινε αρκετές φορές , ή δεν είναι αρκετά σπάνια η Escape ή αυτή είναι η -αόρατη- μοίρα μου)
Εκείνη που κρατούσε ένα καρότσι γεμάτο με πράγματα που πολύ θα ‘θελα να μάθω πώς διάολο τα προφέρουν , σε ένα διάδρομο του Aldi
Μια όμορφη classy γυναίκα, με μαύρο μακρύ παλτό , που έμπαινε σε ένα αυτοκίνητο στις 5μιση το πρωί σε μια πάροδο της Λεωφόρου Στρατού
Αυτή που καθόταν στο διπλανό τραπέζι τρώγοντας Käse Kuchen – το άκουσα όταν το παρήγγειλε – και είπε scheiße μόλις έκλεισε συννεφιασμένη το τηλέφωνο ανάβοντας ένα τσιγάρο , θεσπέσια λέξη το scheiße , ηλίθια εφεύρεση τα κινητά , ωραίες εποχές οι καπνισμένες
Μια γυναίκα που έπινε σοκολάτα και μετά ένα ποτήρι κρασί στο Κοκόρι , τρία μέτρα μακριά μου, τέλος καλοκαιριού
Εκείνη που καθόταν διαγώνια απέναντί μου στη διαδρομή από τον κεντρικό σταθμό της Κολωνίας ως το Leverkusen-Rheindorf. Διάβαζε ένα βιβλίο με μαύρο εξώφυλλο , «Τhe Story so Far» , κι όσο κι αν στράβωσα το λαιμό μου δεν μπόρεσα να δω συγγραφέα. Κατέβηκε μπροστά από μένα, μπήκε σε ένα ταξί κι εξαφανίστηκε. Ήλπιζα να την δω στην επιστροφή αλλά αυτά συμβαίνουν μόνο στα βιβλία και στις ταινίες. Άντε και σε κανένα ποστ…
Οι περισσότερες ήταν καστανές. Λίγες με ανταύγειες. Συνήθως ίσια μαλιά. Σπάνια σγουρά. Καμιά ξανθιά. Εκτός κι αν τα μάτια μου βλέπουν ο,τι θέλουν κάθε φορά αλλά τι να τα κάνω ; να τα βγάλω ; είναι-πάντως-φορές που σκέφτομαι πως τυχερός αυτός που μπορεί να βρεί όλες αυτές μέσα σε μια, μα ούτε στα παραμύθια ούτε στο σινεμά γίνονται αυτά
(original idea : Βυτίο)
33 σχόλια »

…. making the same mistakes, expecting different results ….
Robin Guthrie , 13/11/2009
Eδώ και μέρες κάνω ανελέητο ζάπιν στις σελίδες του , στα βίντεο του youtube , βουτιές σε βινύλια και mp3 , σε λέξεις που έγραψε και σε μουσικές που δεν είχα ακούσει ως σήμερα, προσπαθώντας να εξιλεωθώ για 13 χρόνια απουσίας. Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να σου βγει ένα ποστ, και τι περισσότερο είναι άραγε ένα ποστ από κάτι που σου έδωσε μια κλωτσιά στην ψυχή και μετά την πήρε αγκαλιά για να την ηρεμήσει ;
Δυό χρόνια μας χώριζαν όταν ηχογράφησε το Garlands στα δεκαεννιά του. Μετά μεγαλώσαμε μαζί. Ως ένα σημείο, νομίζω ήταν το Milk & Kisses το 1996 , ύστερα αυτός -σαν άλλος Πίτερ Παν- σταμάτησε να μεγαλώνει κι εγώ είπα «θα φύγω τώρα Robin ,εντάξει ;» κι έφυγα , που και που θυμόμουν να ρωτήσω τι κάνει αλλά αμέσως το ένα που σκότωνε το άλλο και δεν μάθαινα πώς περνάει τις μέρες και τις νύχτες του , άκουγα διάφορες γλώσσες δεξιά κι αριστερά να μιλάνε για ονόματα γνωστά κι άγνωστα , Harold Budd , Violet Indiana , Sneakster , John Foxx , αν φύγεις όμως δεν σε νοιάζει, έτσι δεν λένε ; οι δικές μου μέρες και νύχτες πέρναγαν άλλες γεμάτες, άλλες άδειες , άλλες με θορύβους, άλλες με άσχημη σιωπή, ούτε μια στιγμή σκέφτηκα να δω πού είναι αυτό το σκωτάκι που μεγάλωσα μαζί του – «σκωτάκι» κανίβαλε ; - , θαρρείς και η ζωή είχε σταματήσει στη φωνή της Liz .
Κάποιος έγραψε κάτω απ’το Sparkle «cmon liz start singing again». To διάβασα τη μέρα -νύχτα ήταν, κόντευε τρεις- που ο Guthrie κι εγώ ξαναβρεθήκαμε. Και συμφωνήσαμε πως μπορούμε να μείνουμε μαζί από δω και πέρα. Οι Liz άλλωστε , όσο υπέροχες και μοναδικές κι αν υπήρξαν , κι ακόμη είναι , θα έχουν πάντα την πιο καλή θέση στην καρδιά μας. Δεν χρειάζεται να ξανατραγουδήσουν όμως, η ψυχή χορταίνει και χωρίς λόγια. Πολλές φορές αρκεί μια τρυφερή κλωτσιά…
7 σχόλια »

το 1958 γεννιέται κάποια που ήδη πρόλαβε και πέθανε το 2002
το 1970 κάποιος γράφει ένα τραγουδάκι που ποτέ δεν ηχογραφήθηκε
το 1966 οι ένοικοι μιας μονοκατοικίας την βλέπουν να κατεδαφίζεται
το 1979 κάποιος βάζει μπρος το καινούριο του μωβ-φούξια 2CV
το 2001 κάποια αγοράζει γκούντα , σαλάμι αέρος και ψωμί για τοστ από κάποιο Α-Β
το 1984 κάποιοι κάθονται στην θέση 8Β ενός Boeing 727 της Pan-Am
το 1949 κάποιο ζευγάρι πίνει καφέ στο Deux Magots και φεύγουν χωριστά
το 2008 κάποιοι ανταλλάσσουν sms με σ’αγαπώ αλλά δεν μ’αγαπάς
το 1999 κάποιοι κάνουν τηλεφωνικό σεξ και ο άντρας σκουπίζεται με χαρτί κουζίνας
το 1932 κάποιος αγοράζει δυο ζευγάρια κάλτσες μαύρου χρώματος
το 1995 κάποια έχει στα χέρια της καρφιτσωμένους τρεις ορούς
το 1987 κάποιος αγοράζει έναν δονητή και δυο μπαταρίες
το 1960 κάποιος πεθαίνει την ίδια μέρα που γεννήθηκε
το 1953 ένα παιδί δεν πηγαίνει σχολείο γιατί έχει μαγουλάδες
το 1998 κάποιοι βγαίνουν κομάτια μέσα απο τσαλακωμένες λαμαρίνες
το 2009 κάποιος οδηγά χωρίς συνοδηγό , χωρίς μουσική , χωρίς σεβασμό στο όριο ταχύτητας αλλά με επιστροφή
το 2009 κάποιος γράφει ένα ποστ με τίτλο «σαν σήμερα» και μετά βάζει καφέ για να γιορτάσει το συγκλονιστικό του επίτευγμα
11 σχόλια »

Είδα το “El pasado ”.
Όταν είμαι στις μαύρες μου , σχεδόν πάντα δηλαδή, με κάτι τέτοια φτιάχνομαι. Με τέτοια και με τον Μάλκοβιτς να ρίχνει μπινελίκια με fuckin, moron, pathetic και τέτοια τρυφερά. Τέλος πάντων, δεν είναι της παρούσης ο Τζον.
Πήγα όχι γιατί ήθελα να αφεθώ στα χέρια του Μπαμπένκο (υπήρχαν και καλύτερες αγκαλιές, όχι πρόχειρες ή πρόθυμες 10 με 12 εκείνο το βράδυ), ούτε γιατί ήξερα από πριν το μυθιστόρημα του Alan Pauls από το οποίο βγήκε πατρόν το σενάριο.
Εκείνο που με έκανε να βγάλω εισιτήριο ήταν τα λόγια στην αφίσα.
“Πες μου ότι με μισείς, ότι αγαπάς μιαν άλλη, μόνο μη μου πεις πως με ξεχνάς”.
Δεν ξέρω τι ράτσας άνθρωποι είναι αυτοί που σκέφτονται με τέτοιον αδιέξοδο τρόπο. Κανονικοί άνθρωποι δεν μπορεί να είναι πάντως. Κανείς σώφρων δεν μπορεί να αρκεστεί σε ένα “μόνο μη με ξεχνάς”.
Εντάξει, το να σε μισήσει είναι ένα θέμα από μόνο του αλλά no big deal, η χημική αντίδραση όπου ένας μεγάλος έρωτας ή μια ισομήκης –του- αγάπη (άλλο το ένα, άλλο το άλλο, να ‘μαστε εξηγημένοι) μετατρέπονται σε μίσος , δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, γι αυτό λένε και λένε και γράφουν και γράφουν για τη “χημεία του έρωτα”. Αντίθετα με ότι οι πολλοί πιστεύουν αυτή δεν έχει να κάνει με το μαζί αλλά με το χωρίς, εκεί είναι που οι αντιδράσεις δείχνουν πόσο γεροί είναι οι δοκιμαστικοί σωλήνες ή οι τοίχοι από τα εργαστήρια.
Το “αγαπάς μιαν άλλη” ή “άλλον” (ας μην το περιορίζουμε τόσο μονοδιάστατα, εκτός από τα κλασσικά στερεότυπα των αρσενικών γουρουνιών υπάρχουν και οι καργιόλες) , είναι επίσης ένα άλλο μείζον ζήτημα καθώς από μόνο του είναι αρκετό, δεν χρειάζεται να του βάλεις από δίπλα ένα “αλλά μη με ξεχνάς” για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της απώλειας. Όσο δεν –θέλεις να- την συνειδητοποιείς δεν είναι απώλεια, είναι ένα κακό όνειρο που σε περιμένει υπομονετικά να ξυπνήσεις. Αρκεί ξυπνώντας να μη θέλεις απεγνωσμένα να ξανακοιμηθείς διαπιστώνοντας πως καλύτερα αγκαλιά με εφιάλτες παρά με ένα άδειο διπλανό μαξιλάρι, κενό το φάκελο “εισερχόμενα” , διάτρητους οργασμούς και ένα ζευγάρι άδεια μάτια απέναντι.
Το story της ταινίας ήταν μια χαρά αισιόδοξο, μια διμοιρία γυναίκες και ο Γκαμπριέλ στη μέση, αλλά το σενάριο αποδείχθηκε διάτρητο. Τόση “υπαρξίλα” και τόσο πειραγμένο νεορεαλιστικό μπλα-μπλα είναι αδύνατον να τα χωνέψεις χωρίς να σου κάνουν το στομάχι άνω-κάτω. Ο Μπαμπένκο το ‘κανε λύσσα στα καρυκεύματα, ο Τρυφώ θα κένταγε με κάτι τέτοιο τις καλές του μέρες. O αργεντίνος με κούρασε, ο γάλλος θα σ’ έκανε να σκουπίζεσαι με το μανίκι. Αν πάτε, πάτε μόνοι. Δεν είναι πάντα εύκολο να βλέπεις τέτοιες εικόνες στο πανί με τον υποψήφιο θύτη ή θύμα στο διπλανό κάθισμα. Too civilized.
Τι σκατά ταινίες κάνουν και για ποιούς μαζοχιστές , χωρίς ένα ξεκάθαρο happy end , δεν μπορώ να καταλάβω…τι σόι επιστημονική φαντασία είναι αυτή ;
Τραγουδάκι. Κάπου μέσα λέει “dignidad”. Εδώ είμαστε. Ώρα να φεύγουμε.
20 σχόλια »

Προσοχή : ακολουθούν 1.060 λέξεις
Ακούω μουσικές με ανοιχτό μυαλό-έτσι θέλω να πιστεύω-.
Ποτέ δεν σταμάτησα να το θεωρώ ως τη μέγιστη (ή στις δυό κορυφαίες, εν πάσει περιπτώσει) από τις ψυχικές απολαύσεις, ακόμη καλύτερη κι από την παρέα του καλύτερου βιβλίου. Δε λέω, διαβάζω, κάποιους μήνες μάλιστα που οι ώρες περισσεύουν ρουφάω λαίμαργα αλλά δεν με ρουφάει μέσα της η σελίδα.
Ίσως να ‘ναι κάποιο εκ γενετής ελάττωμα δικό μου το να αντιστέκομαι- ακούσια, αλήθεια σας λέω- στη σαγήνη των λέξεων που τρελαίνουν κόσμο, μπορεί να ‘μαι δεμένος σαν πασχαλινό αρνί πάνω σε ένα sur-mesure ατομικό κατάρτι αλλά αντί να μου κλείσουν με κερί τα αυτιά (ήμουν ικανός να τους κάνω χίλια κομμάτια αν το επιχειρούσαν) μου δέσαν μόνο τα μάτια. Κι έτσι ο δρόμος για την Πηνελόπη μου, που ζει στα ράφια με τα βινύλια και τα cd’s , είναι μονόδρομος.
Ακούω μουσικές με ανοιχτό μυαλό και με το δέρμα μου να παρακαλάει ακόμη, “κάντε με να ανατριχιάσω, πάρτε με και σηκώστε με” . Ρούπι δεν κουνιέμαι απ’ το χώμα όμως. Εντάξει, κάποιες τρίχες δείχνουν αδύναμο χαρακτήρα – σαν εκείνα τα ηλίθια καλόβολα σκυλιά που κουνάνε την ουρά τους στον κάθε άγνωστο- και σηκώνονται που και που, δεν λέω πως άσχημα κάνουν , είναι αγένεια να δείχνεις τέτοια έπαρση, πως τάχα μου τα άκουσες όλα και τίποτε δεν μπορεί πια να σου χαρίσει μια ψυχική στύση άξια λόγου αλλά εφόσον ξεκίνησα να τα πω , θα τα πω.
Μουσικές πέρασαν πολλές από μέσα μου, λίγες έμειναν να διανυκτερεύσουν, σε ακόμη λιγότερες έκανα καλύτερη τιμή από την τιμή πόρτας για να μείνουν λίγο ακόμη , ελάχιστες περνούν ακόμη για να δουν πώς είμαι και πώς μεγαλώνω χωρίς – χωρίς ; - αυτές.
Πόσες φορές κράτησα την ανάσα μου όταν πρωτάκουσα κάτι – συνήθως σε ραδιόφωνο ή σε σπίτι φίλων- και είπα “το θέλω δικό μου τώρα!” ;
Δυο-τρεις-τέσσερις-πέντε ; Δέκα ;
Tόσες. Δύσκολο να ήταν περισσότερες. Το “τώρα!” ήταν που έκανε τη διαφορά, άλλο να πεις “θέλω” κι άλλο “θέλω τώρα”, όσο να ναι η αληθινή ωραία αμαρτία στο “τώρα” κρύβεται γιατί με το σκέτο “θέλω” μπορεί να ζήσεις ισόβια χωρίς να ‘χεις να θυμάσαι τη στιγμή.
Εγώ τις στιγμές τις θυμάμαι.
Τη φωνή του Πετρίδη , του σέρνω πολλά αλλά αυτό του το χρωστάω αιώνια , να προαναγγέλλει σχεδόν συνωμοτικά το “Desire” των Tuxedo Moon και τις νότες του “Εast/Jinx” να κυλάνε – όπως το αίμα στο Reservoir Dogs- στο μωσαϊκό του χωλ (άσε μας ρε Άλκηστη με τα ωραία λαϊκά σου) της Τσόχα 32. Aκόμη λεκιασμένος είμαι, τόσο καινούριο δεν είχα ξανακούσει ως τότε , μην αρχίζετε να μου λέτε για περίεργα αβανγκαρντίστικα, δεν τέλειωσα ακόμη.
Η άλλη φορά ήταν με το Μusic For Films του Eno που το άκουσα κατόπιν εορτής σε άθλια κόπια της εδώ Polydor αλλά τί πάει να πει “κατόπιν εορτής” ; για χάρη του έκανα πάρτυ και μόνος μου, σιγά μη χρειάζεσαι shiny happy people δίπλα σου όταν σου κολλάει στη μούρη ο άλλος τέτοιους ήχους. Κάποια μεγάλη μέρα που μου είχαν τσακίσει τα νεύρα τα χριτς και τα χρατς – θυμάμαι ο Ζήλος στον Ήχο τα είχε βάλει όλα πεντάστερα εκτός από την ποιότητα ήχου που είχε φάει ένα ξεγυρισμένο Γ και πολύ της ήτανε- , όταν λοιπόν με γονάτισαν τα χρατς βγήκαν επιτέλους τα cd’s και το πρώτο που πήρα ήταν αυτό. Ακόμη και σήμερα όταν σβήνω τα φώτα φεύγοντας απ το σπίτι, θέλω να βάζω το Music For Films να παίζει για να μη μένει το σπίτι μόνο και να φτιάχνει χαρακτήρα (το σπίτι).
Τhe Köln Concert , ένα ισόγειο μεταξύ Ζωγράφου και Γουδί (δεν θυμάμαι αν γράφεται με ήτα αυτό αλλά δεν είναι η ορθογραφία το ζητούμενο σήμερα) , πέντε-έξη δεκαεννιάχρονα στοιβαγμένα στα πατώματα (καναπέδες δεν είχε, μια πολυθρόνα μόνο αν θυμάμαι καλά, και ήταν γαϊδουρινή αγένεια να κυλιέσαι πάνω στο κρεβάτι του οικοδεσπότη που – btw- τον πάντρεψα δεκατόσα χρόνια μετά και ελπίζω να μου το συγχωρέσει αυτό κάποια μέρα) , όλα μεγαλωμένα με τον παραδοσιακό τρόπο της ελληνικής επαρχίας , λίγο από hard-rock και ολίγη από art-rock δηλαδή , από τη μια πλευρά Black Sabbath και Purple και Rory και Thin Lizzy κι από την άλλη Genesis και Yes , με μπαλαντέρ – surprise- τους Floyd μ.Β. (μετά Βarrett) , όλα καλά και άγια δηλαδή αλλά μπορεί κανείς να σε φτιάξει με ένα πιάνο και να σε στείλει να παραπατάς νυχτιάτικα κατηφορίζοντας προς τη Μιχαλακοπούλου ; Μπορούσε ο γάτος ο Jarrett, μπορούσε , το –διπλό- βινύλιο έλιωσε και σανίδα σωτηρίας αποδείχτηκε ξανά ένα δισκάκι – ωπα μεγάλε ! – ακτίνας. Ποιος να το φανταζόταν πως δέκα χρόνια αργότερα η πόλη της ηχογράφησης-που έγινε η αγαπημένη μου γιατί οι μνήμες της με γέμισαν με ωραίες ουλές- θα γινόταν καθιερωμένος τόπος προσκυνήματος σε τακτική βάση και περπατώντας στους πεζοδρόμους της ή στα πετρόστρωτα της Altstadt , στο κεφάλι μου μέσα θα χτύπαγαν πλήκτρα όπως τότε ; Eίπαμε, με τη ζωή δεν είναι να ποντάρει κανείς μεγάλα ποσά. Ξεβράκωτος θα καταλήξεις.
Και καλά αγόρι μου, εσένα οι τρίχες σου ελληνικά δεν καταλάβαιναν για να χτυπήσουν μια προσοχή όρθιες και για τους εγχώριους ; κλέφτες θα γινόταν αυτοί για να κερδίσουν την προσοχή σου ;
Kαταλάβαιναν, δε λέω, αλλά από ανταπόκριση τίποτε. Να φταίει το ότι ήταν φρέσκια ακόμη η μεταπολίτευση και από την υπερδοσολογία Θεοδωράκη και των επιγόνων του – αν θες να κανείς κάποιον να μισήσει τις γαρίδες , τάιζέ τον γαρίδες κάθε μέρα- πέσαμε με μετωπική πάνω στο revival του ρεμπέτικου, στα λάιβ της Γλυκερίας και στα (πολύ) θυμωμένα/δυσκοίλια/επαναστατικά του Παπακωνσταντίνου (του μεγάλου, ο Θανάσης τότε έβγαζε ακόμη ακμή ), στον απόηχο του Pretty Vacant εμείς εδώ καταγινόμασταν με τον Γουίλι απο το Τζιμπουτί , θα μου πεις εσένα σε ενδιέφερε περισσότερο το μπινελίκι των Pistols στην βασίλισσα ή το τι γινόταν στη γειτονιά σου , δεν ξέρω, δεν απαντώ , ανέκαθεν είχα μια στρεβλή άποψη για το τι και πού ακριβώς είναι η γειτονιά μου και το “όπου γης και πατρίς” το μετέφραζα περιφραστικά και όπως με βόλευε, ας κλείσω εδώ τη μικρή αυτή παρένθεση που το μόνο το οποίο κατάφερε να διευκρινίσει είναι πως αν εξαιρέσεις την άφωνη Τζοκόντα – ε ναι, είμαι προβλέψιμος – και ίσως καναδυό ακόμη που δεν τα θυμάμαι τώρα (τόσο βαθιά σημάδια μου ‘καναν) , χρειάστηκε να περάσουν πάάάάρα πολλά χρόνια για να ακούσω κάτι στη γλώσσα μου που να με κάνει να σταματήσω ότι έκανα εκείνη τη στιγμή και να ρωτήσω “τι είναι τούτο ;”.
Πάντως “το θέλω τώρα!” δεν θυμάμαι να βγήκε ξανά από το στόμα μου.
Έβαλα I στον τίτλο του ποστ γιατί αν με ξαναπιάσει από το σβέρκο ο απογευματινός καφές και σφάξω τον ύπνο στο γόνατο, μπορεί και να συνεχίσω με παλιές σαχλές ιστορίες, βλογ μου είναι άλλωστε, όχι το τοπ-100 του Rolling Stone.
Τώρα μπορώ να σβήσω τα φώτα και να φύγω.Το σπίτι έχει καλή παρέα…
16 σχόλια »

στην Α
η εικόνα ; ….α ναι…..μερικοί δεν είναι τόσο ικανοί, τόσο Θεοί ή τόσο τυχεροί και δεν κατεβαίνουν ποτέ για πάντα από κει πάνω
υπομονή, δύναμη και κουράγιο , promise me you will , εντάξει ;
και μετά όλα θα είναι καλύτερα και θα την πας, θα πάτε μαζί, μια βόλτα εκεί…
promise me you will
ένα σχόλιο »

Δεν νομίζω πως στην ιστορία της μεγάλης οθόνης – αλλά ακόμη και σ’αυτήν μιας μικρής ζωής- υπάρχει τρυφερότερος, ρεαλιστικότερος, ουσιαστικότερος και ειλικρινέστερος διάλογος από τούτον :
Anna: We do everything that people who have sex do!
Larry: Do you enjoy sucking him off?
Anna: Yes!
Larry: You like his cock?
Anna: I love it!
Larry: You like him coming in your face?
Anna: Yes!
Larry: What does it taste like?
Anna: It tastes like you but sweeter!
Larry: That’s the spirit. Thank you. Thank you for your honesty. Now fuck off and die, you fucked up slag !
Ξέχασαν να πουν “Καλή Ανάσταση” στο τέλος αλλά μη τα περιμένουμε όλα από έναν σεναριογράφο της civilized βρεττανικής σχολής, ας αυτοσχεδιάσουμε και μεις οι απλοί άνθρωποι λιγάκι, είμαι απόλυτα βέβαιος πως θα τα καταφέρουμε καλύτερα..
( “Closer” του Mike Nichols , με Owen-Law-Portman-Roberts, τέτοιο κουαρτέτο δεν ξανάγινε)
9 σχόλια »

Τη μέρα που πρωτόδα το εξώφυλλο (βινύλιο με τα όλα του) στο μπαρ του Αλέκου, Loris με τ’όνομα, η ζήλια με έσκισε στα δύο. Το τρίτο κομμάτι ξεριζώθηκε από πάνω μου μόλις έσταξαν οι πρώτες στροφές του I.G.Y. Το ψάχνω ακόμη.
Τότε - που ήμουν νέος και παρορμητικός- έβαλα σκοπό στη ζωή μου να γίνω ασπρόμαυρος ραδιοφωνικός παραγωγός, με τρεις γκόμενες (άγνωστες, μοιραίες και ανέραστες μέχρι να με γνωρίσουν, άρα γκόμενες) να παρκάρουν τα άνευ wonderbra στήθη τους στον ώμο μου την ώρα που θα αλλάζω δισκάκια, να φυσάω τον καπνό από τα Lucky Strike βαθιά μέσα στο μικρόφωνο ώστε η φωνή μου να βγαίνει κάτι μεταξύ Tom Waits, Jeremy Irons και Aλέκας Κανελλίδου, να λύνω πονηρά τον κόμπο της μαύρης γραβάτας όσο το ποτήρι μου θα γεμίζει και θα ξαναγεμίζει με όποιο bourbon είχε επιζήσει από την προηγούμενη νύχτα (πήγε να το κάνει κι ο Πετροκωστόπουλος αυτό αλλά ούτε το class είχε, ούτε Aλέκο).
Και μετά να ρίχνω μπόμπες μέχρι το ξημέρωμα : και Bikini girls with machine guns των Cramps και Lalo’s bossa nova του Schifrin, και El amore es mas fuerte του Ulises Butron με κερασάκι το Nitro του Dick Dale και πυροσβεστήρα Doobie Brothers με το Long Train Runnin’ και ξοπίσω του αμολημένο –και πεινασμένο- μισό κιλό Hey Joe απ’ τους Medeski, Martin & Wood (τύφλα να ‘χει η playlist που ψάχνει η diVa για το e-παρτάκι της).
Όλα τα είχα στρώσει στην εντέλεια. Ακόμη και το δίσκο θα μου δάνειζε ο Αλέκος, πράγμα σπανιότερο κι από το να σου δανείσουν άτοκα ο Σάυλωκ κι ο Βγενόπουλος μαζί.
Η ζωή όμως φέρθηκε πιο ύπουλα απ’ ότι η Σαλώμη στον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Πρώτα μου έδωσε στο χέρι τον ώμο που προόριζα για πάρκιν. Ελαφρά αρθριτική ακαμψία λόγω μανιακής πληκτρολόγησης που οδήγησε σε ψευδονέκρωση (ακόμη και η μακαρίτισσα Αν Νικόλ να έγερνε πάνω μου ούτε που θα ‘παιρνα χαμπάρι).
Ψεύδιζα ελαφρά και ίδρωνα κατακλυσμιαία όταν με περιτριγύριζαν σε κλειστό χώρο άγνωστες και μοιραίες, οπότε αποφάσισα : ή μικρόφωνο ή γυναίκες (και διάλεξα να μείνω στεγνός).
Μετά έκοψα μαχαίρι το τσιγάρο γιατί δάκρυζα όσο έπαιρνα μέσα τον καπνό και αυτό κατέστρεφε το απαράμιλλο στυλ μου (και λέρωνε το αγαπημένο άσπρο μου πουκάμισο).
Στην παράταση το πάγκρεας με κέρδισε 3-0 σετ σε μισή ώρα οπότε τι γραβάτα να λύνεις πρόστυχα όσο πίνεις τσάι και αμίτες ;
Σα να μη φτάναν όλα αυτά, έφυγε από την πόλη κι ο Αλέκος.
Πήρε μαζί και τον Donald Fagen.
Aν με διαβάζει τώρα, θα καταλάβει τι δράμα περνάω με άδειες νύχτες και θα γυρίσει πίσω.
Εν ανάγκη ας στείλει μόνο του τον Donald…
30 σχόλια »
|