Αρχείο για την κατηγορία
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία RICHARD HAWLEY, adults only, εμμονές

Ένα ποτήρι κρασί. Μέτριο. Νιώθω πολύ κουρασμένος για να σηκωθώ ν’ανοίξω άλλο. Άσε που θα με πει ξανά «ψώνιο» αν με δει ν’ανοίγω καινούριο μπουκάλι κάθε φορά που δεν μου κάνει τα κέφια το προηγούμενο. Προσπαθώ να βάλω δέκα λέξεις στη σειρά, αδύνατον. Το ‘χει πει κι ο Hawley «my mind is full only with confused thoughts and Guinness» , μείον τις Guinness ισχύει και για μένα, άλλωστε η Guinness ποτέ δεν ήταν καλό ζευγάρι με την πολυθρόνα, θέλει μπάρα και ξύλο και καπνό και παρέα -έστω άλλο ένα ποτήρι- για να ζήσει αυτή καλά κι αυτός που την έχει στα χείλια του καλύτερα.
Nαι, έχω κόλλημα με τον Hawley. Πάντα έβρισκα πολύ στρας τον Sinatra, αρκετά βλάχο τον Cash, ανίατο μελόδραμα τον Scott Walker και θλιβερό -εντάξει, είμαι κακός, το ξέρω- τον χαροκαμένο τον Οrbinson. Όλους τους αγαπούσα όμως, με τα ελαττώματά τους. Mέχρι που βρέθηκε ένας που ήταν τέσσερα σε ένα (και έπαιζε κιθάρα όπως θα έπαιζε ο θεός ο ίδιος αν δεν πούλαγε μούρη λόγω της θέσης του στο οργανόγραμμα) και είπα «εδώ είμαστε αγόρι μου, κάποια μέρα θα ταξιδέψω ακόμη κι ως το Sheffield για χάρη σου». Αν αναλογιστεί κανείς πως , μετά από άπειρα χρόνια που ήμουν παρκαρισμένος , έκανα κοντά 500 χιλιόμετρα νυχτιάτικα -για χάρη του, τα είπαμε ήδη αυτά- νομίζω πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο για το Sheffield.
Τρίτο ποτήρι. Για όσους αγαπώ πραγματικά, δεν τσιγκουνεύομαι τα χιλιόμετρα. Το έκανα και θα το ξανακάνω. Αρκεί να ξέρω πού βρίσκονται, γιατί μερικές φορές, πολλές φορές, έχουν την συνήθεια να φεύγουν από κει που είπαμε πως θα βρεθούμε και όταν φτάνω δεν ξέρω πού ακριβώς να ψάξω. Μια, δυο , τρεις , στην αρχή με παραξένεψε και με πίκρανε αυτό. Στο τέλος κατάλαβα πως το κάνω για μένα, δεν ψάχνω αυτό που είναι σήμερα -και δεν το αναγνωρίζω πια- αλλά ψάχνω αυτό που κάποτε ήταν και ποτέ δεν γνώρισα κι αυτό πληρώνω. Ίσως. Βάλε κι ένα «ίσως», δωρεάν είναι οι λέξεις. Τώρα βάλε ακόμη ένα ποτήρι γιατί αν δεν σηκωθείς θα σταματήσει εδώ το ποστ.
Το κρασί είναι ψιλοχάλια, για να πούμε τη μαύρη -γεμάτη τανίνες- αλήθεια. Δεν φταίνε αυτοί οι μαλάκες οι καλιφορνέζοι, εγώ φταίω που άνοιξα ήλιο ενώ χρειαζόμουν σήμερα μερικά στρέμματα σύννεφα πάνω απ΄το κεφάλι μου για να γράψω. Τι σοβαρό μπορείς να γράψεις πίνοντας ένα zinfandel; το πολύ πολύ καμιά ωδή για τους Jefferson Airplane, τους Red Hot Chilli Peppers ή τον Beck. Να μου λείπει. Δεν θέλω sideways αλλά shot in the back of the head, να βαφτεί κανείς τοίχος κόκκινος από όσα σκέφτομαι, το σιχάθηκα το off white. Δεν έχει καμιά ιστορία το off white πάνω του, άγραφη σελίδα είναι, τι να τις κάνεις τις σελίδες που έμειναν άδειες ενώ ήθελες και μπορούσες να γεμίσεις κάθε γωνιά τους ;
Χάλια χάλια αλλά ήδη στράγγιξα το τέταρτο ποτήρι, είναι ακριβώς το σημείο όπου θυμάμαι ότι δεν πρέπει να πίνω. Ελαττωματική μνήμη, αντί να μου στείλει το sos στο πρώτο, μπεκροπίνει μαζί μου και κάνει βόλτες στα παλιά μήπως και βρει κανένα λάφυρο να το φέρει μπρος στα πόδια μου σαν κόκαλο, κουνώντας την ουρά της. Εντελώς ηλίθια, τι να μου κάνουν τα χτεσινά και τα προπέρσινα, δεν έχω ψυγείο να τα βάλω μέσα και θα μυρίσουν σύντομα. Γι αυτό τρέχω πίσω από το σήμερα και το αύριο. Και γι αυτό δεν πρέπει να πίνω, στα δυο ποτήρια μπαίνει αυτόματα η όπισθεν και θα έχω –πάλι- άσχημα ξεμπερδέματα μια μέρα.
Πέμπτο λέω να μην πιω. Κι ούτε θα σκάσω για να γράψω. Αφού ούτε εγώ θέλω να διαβάσω μετά, πόσο μάλλον άλλος. Στο κάτω κάτω της γραφής ποιος εκτός από μένα μπορεί να νοιάζεται για μια μέρα του Δεκέμβρη που έφυγα μακριά, έξω έκανε κρύο, άρχισε να βρέχει και άνοιξα τα παράθυρα για να μπει η βροχή μέσα. Κανείς. Και μιας κι οι λέξεις είναι του πεταμού πια, να θυμηθώ να βάλω κι ένα τραγουδάκι να παίζει, μερικές φορές τα σάουντρακς σώζουν μια φριχτή ταινία.
Μισό ακόμη, μισό μόνο. Μια γουλιά ρε γαμώτο, εντάξει; Ούτε μια, μισή, μόνο για να δω τη μικρή κόκκινη τρικυμία στο ποτήρι, για τρία –τέσσερα δευτερόλεπτα. Μισό, έρχομαι…
Το εμπορικό των Cole Brothers έστεκε σε μια γωνιά του Sheffield για πάνω από τρεις γενιές. Δεν άντεξε παραπάνω και στη θέση του στέκει σήμερα μια γυαλιστερή πρόσοψη της HSBC. Κι όμως, όσοι δίνουν ραντεβού για εκεί μπροστά σήμερα λένε πως θα βρεθούν «at Coles Corner». Δεν είναι νοσταλγία, πείσμα είναι, «no matter what they do they’ll never take it away from us» λέει ο Ηawley. Μπορεί κι αγάπη, πέρα από πείσμα. Σηκώνει πείσματα η αγάπη όμως ; Προχτές έλεγα όχι. Τώρα σκέφτομαι πως μπορεί. Ποιος ξέρει…
Φτάνει, εντάξει; δεν βλέπεις πού είναι το backspace και πού το enter πια και θες να βρεις πού ήταν το Coles Corner; Νισάφι, αρκεί.
Τώρα που το ξαναδιάβασα πριν το κλείσω στο μπουκάλι και το πετάξω στη θάλασσα, απόρησα μαζί μου : τι σόι ιστορίες χωρίς ειρμό, αρχή, μέση και τέλος είναι αυτές; ειδικά χωρίς τέλος…
14 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία 1+1 δώρο, εμμονές

Keith Jarrett
24 Iανουαρίου 1975
Koeln Opernhaus
Bösendorfer baby grand
Δεν μέτρησα πόσοι ήταν μέσα στην αίθουσα. Θα σκότωνα όμως για να ‘μαι εκεί, να κλείσω μάτια και να περιμένω τον ήχο του πρώτου πλήκτρου…
(αν δεν ξεκολλήσεις, θα σου βάλω μπαμπάκια και καυτό κερί στ’ αυτιά και θα σου ρίξω χλιαρή μπύρα πάνω στο notebook, μη σου πω οτι θα ρίξω και μολότοφ στο Opera House)
6 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, business trips, εμμονές

Θα μιλήσουμε μόνο για μουσική σήμερα.
Τη λατρεία μου -στα όρια του cult- για το Köln Concert του Keith Jarrett την έχω εξομολογηθεί δημόσια. Πολλές φορές, τόσες πολλές που έπαψε να είναι εμμονή και προβιβάστηκε σε εξάρτηση. Δεν είναι μόνο η προϊστορία που με δένει με το (διπλό) βινύλιο της ΕCM, είναι και αυτές οι σπάνιες συμπτώσεις της ζωής που σε στέλνουν κάποια στιγμή να αναρωτιέσαι αν στα εικοσιένα μου (άργησα να συναντηθώ μαζί του) ήξερα ήδη τι μου επιφύλασσε το μέλλον σ΄αυτή την πόλη που έφτασα να την ξέρω πια τόσο καλά όσο κάθε ρυτίδα πάνω μου. Σχεδόν μεγάλωσα μαζί της, δεν τολμώ να πω ωρίμασα γιατί θα είναι σαν ομολογία ήττας, είναι φορές που σκέφτομαι με τρόμο το τι μπορεί «ωριμότητα» να σημαίνει.
Οι νότες του Jarrett κυλάνε όπως ο Ρήνος. Κάποιες στιγμές που βρέχει καταρρακτωδώς μέσα σου, μένεις να τις κοιτάς σαν μουδιασμένος ξέροντας ότι όπου να ‘ναι θα φουσκώσουν και θα σε πάρουν από κάτω. Αποφασισμένος να μην αντιδράσεις, υποταγμένος στη ροή , μαγεμένος από τον εκούσιο πνιγμό σου. Στο τέλος συνέρχεσαι μέχρι να ξαναβουτήξεις χωρίς ανάσα. Πάντα έτσι γίνεται με το Köln Concert, πάντα. Από το ισόγειο στου Ζωγράφου με τζην, τζάκετ και Black & White (πού το θυμήθηκες τώρα; ) μέχρι το φυσικό του περιβάλλον, στο Mondial am Dom, λίγο πριν τα μεσάνυχτα με ανοιχτό το notebook , επιτέλους λυμένη τη γραβάτα και τα κορδόνια, με τα σημάδια από το σκληρό κολάρο τριγύρω στο λαιμό σου να σου θυμίζουν πόσο ευάλωτος είσαι ακόμη σε business απαγχονισμούς.
Δεκατρία χρόνια μετά την Κολωνία, είναι η σειρά του Paris Concert. Για τον Jarrett. Εγώ τα έκανα ανάποδα αλλά μου πήρε -κι εμένα- δεκατρία χρόνια. Οι σπάνιες επαναλαμβανόμενες συμπτώσεις που λέγαμε. Kαι μ’αυτή την πόλη έχω ανοιχτούς λογαριασμούς αλλά με την κατά Jarrett εκδοχή όχι, τίποτε δεν με δένει μαζί της, ούτε μια καλή κουβέντα έχω κρατημένη γι αυτές τις νότες. Δεν εκπλήσσομαι, είναι όπως ένα ταξίδι : πάντα θέλεις να ξαναγυρίσεις εκεί απ’ όπου ξεκίνησες αλλά πολύ περισσότερο θέλεις να φτάσεις ως το τέλος. Η διαστροφική μου κοσμοθεωρία λέει πως καλή η διαδρομή αλλά γιατί να την ξεκινήσεις αν είσαι απ’ την αρχή αβέβαιος για το αν θέλεις να φτάσεις εκεί. «Εκεί» που ; Δεν ξέρω , κάπου. Δεν τα ξέρω δα και όλα.
Αν τα ταξίδια αυτά σου φαίνονται επώδυνα κι αν φιλοσοφία σου είναι το travel light, μείνε μακριά από τα σόλο του Jarrett. Άλλωστε έχεις να κουβαλάς τόσα χρόνια, τόσες άσπρες τρίχες και τόσες ωραίες σκέψεις μέσα σου και πάνω στο πετσί σου, πού να χωρέσεις κι ένα πιάνο στη Delsey. Δοκίμασε την εκδοχή του John Abercrombie στο Parable. Eίναι ο,τι πλησιέστερο στο Köln Concert μπορώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή, αξίζει κάθε δευτερόλεπτο από τα 10:39 του. Κι όσο να ‘ναι , περιμένοντας μια κιθάρα στον ιμάντα των αποσκευών κανείς δεν θα γυρίσει να σε κοιτάξει περίεργα, ενώ με ένα Bösendorfer baby grand δύσκολα θα αποφύγεις τα απορημένα βλέμματα. Kαι τα πικρά, συγκαταβατικά τους χαμόγελα που κρύβουν ένα «βαρύ φορτίο για τόσο κουρασμένους ώμους». Είναι η στιγμή που ούτε τα σκούρα ακριβά κοστούμια, ούτε τα καλογυαλισμένα παπούτσια μπορούν να σε γλιτώσουν.
Όπως καταλάβετε, μιλήσαμε μόνο για μουσική σήμερα….την άλλη φορά καλύτερα να σας πω για αεροδρόμια…
17 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία RICHARD HAWLEY, εμμονές

Στους «’Αντρες της Χρονιάς (2009)» έγραφα :
Richard Hawley
Τα τραγούδια αυτού του σαραντάρη (τον Γενάρη θα κλείσει τα 43 για την ακρίβεια) σε κάνουν να θέλεις να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Για τη γυναίκα που έχεις ή εκείνη που δεν έχεις δίπλα σου. Τον είπαν πνευματικό παιδί του Elvis, κλώνο του Scott Walker, του Roy Orbinson, ακόμη και του Johnny Cash. Δεν είναι παρά ένας family man απ΄το Sheffield που με κάθε του δίσκο – και ειδικά με το Truelove’s Gutter του 2009- βάζει σφραγίδα στην ακλόνητη πεποίθησή μου πως και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή και καρδιά. Ίσως λίγο σκονισμένη, ίσως λίγο σκουριασμένη, αρκετά τσαλακωμένη, ίσως λίγο πιο θαμπή από όσο και οι ίδιοι θα ‘θελαν αλλά σίγουρα έχουν. Κι ο Hawley είναι ο νέος γκουρού τους.
Kαι ναι. Υπάρχει Θεός ! Και ναι, ήρθε ή ώρα να τα πούμε ένα χεράκι οι δυό μας (εγώ κι ο Richard, με το Θεό αδύνατον, oι καλές θέσεις ρεζερβέ και η συναυλία sold out)
click
9 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, dolce vita, εμμονές
34) Να βρω ένα τζίνι που θα μου εκπληρώσει 5 ευχές. Μια από αυτές θα είναι -μα τι άπληστος !- να συναντήσω άλλο ένα τζίνι που θα μου εκπληρώσει 5 ευχές, οπότε αυτομάτως πήγαμε στις 9. Και πάει λέγοντας. Τις μισές ευχές θα τις χαρίσω σε άλλους γιατί είμαι πολύ καλός άνθρωπος. Καθόλου άσχημα. Αν το τζίνι μοιάζει και της Barbara Eden αγγίξαμε την τελειότητα.
47) Να φτάσω ογδόντα, έστω εβδομήντα, εξηνταοκτώ και τελευταία προσφορά, και να καθίσω σ’ένα μπαλκόνι απέναντι από τη θάλασσα αργά το απόγευμα φορώντας την ίδια χακί βερμούδα και το ίδιο μαύρο τι-σερτ που φορούσα έναν αρχαίο Αύγουστο, πίνοντας κρασί κι ακούγοντας Slut. Εντάξει, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μοιάζω σαν νεόπτωχος Armani αλλά θα με συγχωρέσω για το στυλιστικό έγκλημα. Για Μηχανή του Χρόνου τα χρειάζομαι τα παλιόρουχα, όχι για εξώφυλλο στο Oldman’s Bazaar.
52) Nα πατήσω stop στο ασανσέρ, να κολλήσω πάνω της και να εύχομαι να ξαναλειτουργήσει όταν το πάρουμε -θέλοντας και μη- απόφαση πως όντως στα είκοσι είναι αλλιώς εκεί μέσα. Κλισέ του κερατά αλλά τόσο σινεμά έχω δει, να μη κάνω μια ρημάδα απόσβεση;
Στο MEN24 χώρεσαν - προσεχώς- τα 24 (συν ένα δώρο, χωρίς προσφορές δεν είναι χαϊβάνια οι αναγνώστες να στρώσουν κώλο να διαβάσουν)
Εδώ θα χωρέσουν (σε μια, δυο, τρεις ; δόσεις) καμιά εξηνταριά…μπορεί και λίγα παραπάνω, κάθε μέρα η απληστία μου υπενθυμίζει την παρουσία της, θαρρείς και ήταν ποτέ λιτοδίαιτη ή διακριτική.
Όσα δεν χώρεσαν είναι πολλά. Ευτυχώς. Σημαίνει πως θα πεινάω ακόμη.
(άθλος ! ούτε μια εικόνα, ούτε μισό λινκ , σχεδόν συλλεκτικό ποστ)
12 σχόλια »

Δέκα μέρες νωρίτερα.Eίναι λίγο μετά την κήρυξη των εκπτώσεων, κυκλοφορώ ως άμαχος στα γνωστά ισπανικά χαρακώματα που είναι η πλέον ακατάλληλη ζώνη για αγοραφοβικούς. Στοίβες τα μάλλινα στους πάγκους, πέντε ενενήντα τα τι-σερτς , ένα καφέ παλτό κι ένα μαύρο που γλίτωσαν από τις ορδές για άγνωστους (πλην του μεγέθους, ούτε ο Μπενίνι χωράει μέσα στο XL τους) λόγους. Λίγο πιο χαμηλά αραδιασμένα τα χειρότερα παπούτσια με τα οποία έχoυν ποτέ μονομαχήσει τα μάτια μου , αν ήμουν γυναίκα θα έστελνα με εξτρίμ συνοπτικές διαδικασίες σπίτι του -ή στη μαμά του- όποιον ζέσταινε τα πόδια του με αυτά , πουλοβεράκια με V , με U , με ρίγες, με κουμπιά , με φερμουάρ μπρος – πίσω, σιχαίνομαι τα φερμουάρ εκτός αυτών που αγγίζουν μια ωραία γνώριμη πλάτη και περιμένουν υπομονετικά να τα κατεβάσω , σκουντιέμαι με μερικές λιγοθυμισμένες γραβάτες που μοιάζουν με τιράντες , κάμποσες ορφανές κρεμάστρες , σοβιετικές ουρές στα δοκιμαστήρια , ουρές ΙΚΑ στο ταμείο , μου είναι αδύνατον να αξιολογήσω ποια ουρά είναι χειρότερη, την πρώτη ούτε να την σκέφτομαι , ιδρώνω στα δοκιμαστήρια και με αγχώνουν οι βιαστικοί που περιμένουν απ’ έξω μέχρι να ξαναβάλω το παλιό μου παντελόνι που δεν θα το απαρνηθώ για χάρη ενός νέου που κουμπώνει μια παλάμη κάτω από τον αφαλό και όταν σκύψεις γίνεσαι το πιο pathetic θέαμα στην υφήλιο , κι άλλα τι-σερτς με στάμπες , αν σκαρφαλώσεις πάνω απ την μεσοτοιχία των σαράντα τέτοιες εξτραβαγκάντζες απαγορεύονται δια ροπάλου -κατά προτίμηση με καρφιά- . Stick to the basics ,μονολογώ, οι εκπτώσεις είναι - ; - ευκαιρία για κλασσικές αγορές , μαύρα, άσπρα, λίγο πιο μαύρα, λίγο πιο άσπρα , μα οι κλασσικοί πέθαναν πριν καν φτάσουν στο ράφι.
Όλοι ;
Όλοι και όλα.
Εκτός από ένα -surprise me ρε Κ.Κ.Μοίρη- άσπρο πουκάμισο που στεκόταν μόνο, απελπισμένο και ξεχασμένο σε μια κρεμάστρα ανάμεσα σε ένα εκατομμύριο χρωματιστά. Υποφέρω όταν βλέπω μόνα και απελπισμένα άσπρα πουκάμισα και αποφάσισα να το πάρω-κι αυτό- υπό την προστασία μου.
Πώς άλλοι περιμαζεύουν και ζουν ανάμεσα σε γάτες ;
Εγώ το κάνω με άσπρα πουκάμισα. Τρέφονται με το φρεσκοπλυμένο σου δέρμα και μια πρέζα κολώνια, ο ορισμός του ολιγαρκούς. Με λίγη προσοχή ζουν περισσότερο από τις γάτες και όταν αποφασίσουν να φύγουν απ’ το σπίτι, υπάρχει λόγος σοβαρός. Χώρια που ίχνος από χνούδι δεν βρίσκεις στους καναπέδες όταν κυλιούνται πάνω τους. Αν και πέρασαν πλέον οι εποχές που τσαλακωνόταν πάνω σε κρεβάτια και καναπέδες, τώρα -ανεξάρτητα από το τι θα ή δεν θα ακολουθήσει- βγαίνει και μπαίνει ευλαβικά στην κρεμάστρα , για πάτωμα ούτε λόγος.
Τρεις μέρες μετά μπήκε στο πλυντήριο μετά από ομηρικούς καυγάδες (κανονικά πρέπει να πλένεται αυθημερόν με τόσα χέρια που το χάιδευαν ή το τραβολογούσαν τόσες μέρες, αλλιώς αποκτά ανίατο ψυχολογικό πρόβλημα και είναι αδύνατο να δεθεί ψυχικά με το αφεντικό του) και την τέταρτη μέρα πήρε τη θέση του στη ντουλάπα. Καμαρωτό , μπουζάτο, τσίλικο , μυρωδάτο και –κυρίως- στο σωστό νούμερο. Ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένα άσπρο πουκάμισο. Οι άγγλοι το λένε «crisp» και αυτή η λιτή περιγραφή του πάει κουτί : αφράτο, τραγανιστό, φρέσκο. Έτοιμο να το δαγκώσεις, όχι απλά να το φορέσεις.
Σήμερα το πρωί το είδα να στέκει περιμένοντας τη σειρά του. Μύριζε ακόμη ζεστό σίδερο. Έκανα πως δεν το είδα, δεν πρέπει να δίνεις πολύ θάρρος στα νεαρά άσπρα πουκάμισα, βγάζουν γλώσσα στα παλιά και δεν το δικαιούνται. Όχι ακόμη. Μπορεί και ποτέ.
Του λείπει μια ιστορία. Μια ιστορία που -αν είχε στόμα- θα άξιζε να ακουστεί. Αν είναι τυχερό , κάποια στιγμή θα τη ζήσει. Αν όχι, θα έχει να διηγείται το «ζώντας και πεθαίνοντας σε μια ντουλάπα» . Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα γίνει ποστ. Στη χειρότερη ξεσκονόπανο. Και στην ιδανική, τραγούδι ή δέρμα για λίγες ώρες πάνω σε άλλο δέρμα.
Διόλου άσχημα για ένα ταπεινό κομμάτι πανί made in Portugal.
( ηθικοί αυτουργοί ήχων : εδώ κι εδώ )
11 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία post noir, διδακτικά, εμμονές

Ήθελα να γράψω ποστ με τίτλο «Έπεα Πτερόεντα» αλλά φοβήθηκα πως τώρα που πήρε φόρα και ντουφεκάει ο,τι πετάει και ο,τι εκλέγεται , θα συγκαλούσε καμιά έκτακτη συνέντευξη τύπου να πει οτι καλό το πάρτυ με δυο αλλά αν μπει και τρίτος πετούμενος δεν είναι καλοδεχούμενο πάρτυ-άνιμαλ αλλά παρτάκιας και όλα μπορώ να τα καταπιώ αλλά να μου ρίξουν καπνό στη μούρη και μάλιστα partagas είναι too fuckin much.
Πάντως μερικές φορές είναι καλύτερα - επιχειρηματικά ομιλώντας *- να το μασάς παρά να το φουμάρεις.
* ( και ποιος είσαι συ ρε zeppelin της κακιάς ώρας που θα αερομαχήσεις με κοτζάμ Mig ; )
8 σχόλια »

Προσοχή : ακολουθούν 1.060 λέξεις
Ακούω μουσικές με ανοιχτό μυαλό-έτσι θέλω να πιστεύω-.
Ποτέ δεν σταμάτησα να το θεωρώ ως τη μέγιστη (ή στις δυό κορυφαίες, εν πάσει περιπτώσει) από τις ψυχικές απολαύσεις, ακόμη καλύτερη κι από την παρέα του καλύτερου βιβλίου. Δε λέω, διαβάζω, κάποιους μήνες μάλιστα που οι ώρες περισσεύουν ρουφάω λαίμαργα αλλά δεν με ρουφάει μέσα της η σελίδα.
Ίσως να ‘ναι κάποιο εκ γενετής ελάττωμα δικό μου το να αντιστέκομαι- ακούσια, αλήθεια σας λέω- στη σαγήνη των λέξεων που τρελαίνουν κόσμο, μπορεί να ‘μαι δεμένος σαν πασχαλινό αρνί πάνω σε ένα sur-mesure ατομικό κατάρτι αλλά αντί να μου κλείσουν με κερί τα αυτιά (ήμουν ικανός να τους κάνω χίλια κομμάτια αν το επιχειρούσαν) μου δέσαν μόνο τα μάτια. Κι έτσι ο δρόμος για την Πηνελόπη μου, που ζει στα ράφια με τα βινύλια και τα cd’s , είναι μονόδρομος.
Ακούω μουσικές με ανοιχτό μυαλό και με το δέρμα μου να παρακαλάει ακόμη, “κάντε με να ανατριχιάσω, πάρτε με και σηκώστε με” . Ρούπι δεν κουνιέμαι απ’ το χώμα όμως. Εντάξει, κάποιες τρίχες δείχνουν αδύναμο χαρακτήρα – σαν εκείνα τα ηλίθια καλόβολα σκυλιά που κουνάνε την ουρά τους στον κάθε άγνωστο- και σηκώνονται που και που, δεν λέω πως άσχημα κάνουν , είναι αγένεια να δείχνεις τέτοια έπαρση, πως τάχα μου τα άκουσες όλα και τίποτε δεν μπορεί πια να σου χαρίσει μια ψυχική στύση άξια λόγου αλλά εφόσον ξεκίνησα να τα πω , θα τα πω.
Μουσικές πέρασαν πολλές από μέσα μου, λίγες έμειναν να διανυκτερεύσουν, σε ακόμη λιγότερες έκανα καλύτερη τιμή από την τιμή πόρτας για να μείνουν λίγο ακόμη , ελάχιστες περνούν ακόμη για να δουν πώς είμαι και πώς μεγαλώνω χωρίς – χωρίς ; - αυτές.
Πόσες φορές κράτησα την ανάσα μου όταν πρωτάκουσα κάτι – συνήθως σε ραδιόφωνο ή σε σπίτι φίλων- και είπα “το θέλω δικό μου τώρα!” ;
Δυο-τρεις-τέσσερις-πέντε ; Δέκα ;
Tόσες. Δύσκολο να ήταν περισσότερες. Το “τώρα!” ήταν που έκανε τη διαφορά, άλλο να πεις “θέλω” κι άλλο “θέλω τώρα”, όσο να ναι η αληθινή ωραία αμαρτία στο “τώρα” κρύβεται γιατί με το σκέτο “θέλω” μπορεί να ζήσεις ισόβια χωρίς να ‘χεις να θυμάσαι τη στιγμή.
Εγώ τις στιγμές τις θυμάμαι.
Τη φωνή του Πετρίδη , του σέρνω πολλά αλλά αυτό του το χρωστάω αιώνια , να προαναγγέλλει σχεδόν συνωμοτικά το “Desire” των Tuxedo Moon και τις νότες του “Εast/Jinx” να κυλάνε – όπως το αίμα στο Reservoir Dogs- στο μωσαϊκό του χωλ (άσε μας ρε Άλκηστη με τα ωραία λαϊκά σου) της Τσόχα 32. Aκόμη λεκιασμένος είμαι, τόσο καινούριο δεν είχα ξανακούσει ως τότε , μην αρχίζετε να μου λέτε για περίεργα αβανγκαρντίστικα, δεν τέλειωσα ακόμη.
Η άλλη φορά ήταν με το Μusic For Films του Eno που το άκουσα κατόπιν εορτής σε άθλια κόπια της εδώ Polydor αλλά τί πάει να πει “κατόπιν εορτής” ; για χάρη του έκανα πάρτυ και μόνος μου, σιγά μη χρειάζεσαι shiny happy people δίπλα σου όταν σου κολλάει στη μούρη ο άλλος τέτοιους ήχους. Κάποια μεγάλη μέρα που μου είχαν τσακίσει τα νεύρα τα χριτς και τα χρατς – θυμάμαι ο Ζήλος στον Ήχο τα είχε βάλει όλα πεντάστερα εκτός από την ποιότητα ήχου που είχε φάει ένα ξεγυρισμένο Γ και πολύ της ήτανε- , όταν λοιπόν με γονάτισαν τα χρατς βγήκαν επιτέλους τα cd’s και το πρώτο που πήρα ήταν αυτό. Ακόμη και σήμερα όταν σβήνω τα φώτα φεύγοντας απ το σπίτι, θέλω να βάζω το Music For Films να παίζει για να μη μένει το σπίτι μόνο και να φτιάχνει χαρακτήρα (το σπίτι).
Τhe Köln Concert , ένα ισόγειο μεταξύ Ζωγράφου και Γουδί (δεν θυμάμαι αν γράφεται με ήτα αυτό αλλά δεν είναι η ορθογραφία το ζητούμενο σήμερα) , πέντε-έξη δεκαεννιάχρονα στοιβαγμένα στα πατώματα (καναπέδες δεν είχε, μια πολυθρόνα μόνο αν θυμάμαι καλά, και ήταν γαϊδουρινή αγένεια να κυλιέσαι πάνω στο κρεβάτι του οικοδεσπότη που – btw- τον πάντρεψα δεκατόσα χρόνια μετά και ελπίζω να μου το συγχωρέσει αυτό κάποια μέρα) , όλα μεγαλωμένα με τον παραδοσιακό τρόπο της ελληνικής επαρχίας , λίγο από hard-rock και ολίγη από art-rock δηλαδή , από τη μια πλευρά Black Sabbath και Purple και Rory και Thin Lizzy κι από την άλλη Genesis και Yes , με μπαλαντέρ – surprise- τους Floyd μ.Β. (μετά Βarrett) , όλα καλά και άγια δηλαδή αλλά μπορεί κανείς να σε φτιάξει με ένα πιάνο και να σε στείλει να παραπατάς νυχτιάτικα κατηφορίζοντας προς τη Μιχαλακοπούλου ; Μπορούσε ο γάτος ο Jarrett, μπορούσε , το –διπλό- βινύλιο έλιωσε και σανίδα σωτηρίας αποδείχτηκε ξανά ένα δισκάκι – ωπα μεγάλε ! – ακτίνας. Ποιος να το φανταζόταν πως δέκα χρόνια αργότερα η πόλη της ηχογράφησης-που έγινε η αγαπημένη μου γιατί οι μνήμες της με γέμισαν με ωραίες ουλές- θα γινόταν καθιερωμένος τόπος προσκυνήματος σε τακτική βάση και περπατώντας στους πεζοδρόμους της ή στα πετρόστρωτα της Altstadt , στο κεφάλι μου μέσα θα χτύπαγαν πλήκτρα όπως τότε ; Eίπαμε, με τη ζωή δεν είναι να ποντάρει κανείς μεγάλα ποσά. Ξεβράκωτος θα καταλήξεις.
Και καλά αγόρι μου, εσένα οι τρίχες σου ελληνικά δεν καταλάβαιναν για να χτυπήσουν μια προσοχή όρθιες και για τους εγχώριους ; κλέφτες θα γινόταν αυτοί για να κερδίσουν την προσοχή σου ;
Kαταλάβαιναν, δε λέω, αλλά από ανταπόκριση τίποτε. Να φταίει το ότι ήταν φρέσκια ακόμη η μεταπολίτευση και από την υπερδοσολογία Θεοδωράκη και των επιγόνων του – αν θες να κανείς κάποιον να μισήσει τις γαρίδες , τάιζέ τον γαρίδες κάθε μέρα- πέσαμε με μετωπική πάνω στο revival του ρεμπέτικου, στα λάιβ της Γλυκερίας και στα (πολύ) θυμωμένα/δυσκοίλια/επαναστατικά του Παπακωνσταντίνου (του μεγάλου, ο Θανάσης τότε έβγαζε ακόμη ακμή ), στον απόηχο του Pretty Vacant εμείς εδώ καταγινόμασταν με τον Γουίλι απο το Τζιμπουτί , θα μου πεις εσένα σε ενδιέφερε περισσότερο το μπινελίκι των Pistols στην βασίλισσα ή το τι γινόταν στη γειτονιά σου , δεν ξέρω, δεν απαντώ , ανέκαθεν είχα μια στρεβλή άποψη για το τι και πού ακριβώς είναι η γειτονιά μου και το “όπου γης και πατρίς” το μετέφραζα περιφραστικά και όπως με βόλευε, ας κλείσω εδώ τη μικρή αυτή παρένθεση που το μόνο το οποίο κατάφερε να διευκρινίσει είναι πως αν εξαιρέσεις την άφωνη Τζοκόντα – ε ναι, είμαι προβλέψιμος – και ίσως καναδυό ακόμη που δεν τα θυμάμαι τώρα (τόσο βαθιά σημάδια μου ‘καναν) , χρειάστηκε να περάσουν πάάάάρα πολλά χρόνια για να ακούσω κάτι στη γλώσσα μου που να με κάνει να σταματήσω ότι έκανα εκείνη τη στιγμή και να ρωτήσω “τι είναι τούτο ;”.
Πάντως “το θέλω τώρα!” δεν θυμάμαι να βγήκε ξανά από το στόμα μου.
Έβαλα I στον τίτλο του ποστ γιατί αν με ξαναπιάσει από το σβέρκο ο απογευματινός καφές και σφάξω τον ύπνο στο γόνατο, μπορεί και να συνεχίσω με παλιές σαχλές ιστορίες, βλογ μου είναι άλλωστε, όχι το τοπ-100 του Rolling Stone.
Τώρα μπορώ να σβήσω τα φώτα και να φύγω.Το σπίτι έχει καλή παρέα…
16 σχόλια »

Eίμαι στις καλές μου σήμερα και μοιράζω e-σπιντάκια, ελλείψει άλλων πόρων.
Βρήκα στις τσέπες μου μια –ανάμεσα στις τόσες ακόμη – εξαιρετική απόδοση του “Αdagio for strings & organ” του Tomaso Giovanni Albinoni.
Μάλλον η πιο αγαπημένη μου, εσαεί.
Το “μάλλον” έγκειται στην - αναπόφευκτη ; - φθορά της συγκατοίκησης μαζί της επί 18 – ολογράφως : δέκα οκτώ- συναπτά έτη. Είμαι ανυπόφορος ακόμη και μετά από 18 ώρες συγκατοίκησης, απορώ λοιπόν με την υπομονή του Jack Walrath να σολάρει πάντα με την ίδια ανατριχιαστική τελειότητα αντικρίζοντάς με απέναντί του στην ίδια ακριβώς θέση του ίδιου καναπέ – έχει αλλάξει δυο φορές ταπετσαρία μα η ψυχή του έμεινε ανέγγιχτη, όπως και η εχεμύθειά του - .
Δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα του φύγει μια νότα και θα την βρω την ατέλεια που ψάχνω. Είναι αδύνατον να μένει ψύχραιμος όταν με βλέπει να σβήνω φώτα, να βάζω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί που μένει παρθένο επί εννιά λεπτά (όσο διαρκεί η ιεροτελεστία) και να πατώ το play it again Jack κάθε φορά που χρειάζομαι ένα psychic dope.Τουλάχιστον τριάντα φορές το χρόνο δηλαδή, χώρια τις μέρες βαριάς κρίσης (αν τύχει και πέσει πάνω μου καμιά μονίμως μουρόξινη Παναγιωταρέα), τότε που παίρνει φωτιά το repeat για να ‘ρθω στα ίσα μου. Επί δεκαοχτώ χρόνια, ζωή να ‘χουμε να ξοδέψουμε και το δέκατο ένατο. Εξηντατριών χρόνων άνθρωπος είναι, θα λυγίσει φυσώντας.
Καναπέ έχετε. Ένα ποτήρι κάπου θα το χετε κρυμμένο. Διακόπτης για τα φώτα αποκλείεται να μη σας βρίσκεται. Πάρτε και τους Masters of Suspence. Με επιστροφή. Καλός, καλός αλλά έχει και όρια η γαλαντομία μου.
Mόνο μη περιμένετε άδικα να ακουστεί κλειδί στην πόρτα….πάλι σε λάθος σπίτι είστε…
Καλό σαββατοκύριακο.
16 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, εμμονές, ενδοσκοπικά

Την ανέβασα εδώ Δεκέμβρη του 2007, την ξανάβγαλα στο φως σήμερα. Με τα καινούρια Ray-Ban (αυτά είχα ξεχάσει να τα βάλω στη λίστα)
Θέλω να μην ξαναμυρίσω ιώδιο και αλκοολούχο διάλυμα σε δωμάτια και διαδρόμους νοσοκομείων (και έξω από αυτούς) – το πέτυχα κατά 70%, εξαιρετική επίδοση υπό τις δεδομένες συνθήκες
Θέλω να κοιμηθώ ένα ολόκληρο 8ωρο χωρίς διακοπή για διαφημίσεις της επόμενης μέρας ή μίζερα όνειρα. – πλήρης επιτυχία , νομίζω τρία βράδια στα 365 , είμαι περήφανος για μένα !
Θέλω η φθορά των εγκεφαλικών μου κυττάρων να είναι μικρότερη από αυτήν που προβλέπει- για τα χιλιόμετρα που έφτασα- το Βιβλίο Κατασκευαστή – δεν γνωρίζω, δεν απαντώ, έχασα το manual
Θέλω να πιω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί κοιτώντας αυτόν που έχω απέναντι στα μάτια , χωρίς να έχω να του πω ο,τιδήποτε και να με καταλάβει – μια φορά μόνο ήπια ως και πέντε και ο απέναντι τρόμαξε απ’τη γυαλάδα στο μάτι μου (το άλλο είχε γλαρώσει) και σηκώθηκε αναχωρώντας προς άγνωστη κατεύθυνση
Θέλω να ανέβω σε αεροπλάνα και να ξανακατέβω. Είναι βασικό αυτό (για να μπορέσω να ξανανέβω) – τα γάμησα το κέρατο , τόσο ανεβoκατέβα ούτε ο Λίντμπεργκ, λέμε τώρα
Θέλω να διαβάσω κάτι αληθινά καινούριο που θα με συνεπάρει. Κι ας με βγάλει όπου να ‘ναι, είμαι δεμένος με μια λεπτή αόρατη κλωστή και θα ξανάβρω το δρόμο (και δεν θα κόψω την κλωστή όταν γυρίσω, για να μπορέσω να ξαναχαθώ) – οι δυό ΜακΚάρθυ – Δρόμος / Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους- με έστειλαν, κι ας μην ήταν “αληθινά καινούριο”, χάθηκα πάντως
Θέλω να ακούσω ξανά μουσικές που θα τρυπώσουν κάτω από το δέρμα μου και θα μολύνουν όμορφα το αίμα μου- άκουσα μερικά καλά, μερικά καλύτερα, μερικά καλυτερότερα αλλά όταν έπεσα πάνω στον Max Richter τον κράτησα και ξαναγύρισα στον Jarrett (και η Μόνικα καλούτσικη ήταν αλλά δεν με μόλυνε, απλό συνάχι)
Θέλω ακόμη πέντε λεπτά κι ας είναι η τελευταία φορά που θα μυρίσω γνώριμο ιδρώτα – τα είχα , θέλω κι άλλο αλλά δεν ξαναλέω “τελευταία φορά” , too dramatic
Θέλω να μην χρειαστεί να περιμένω έναν αιώνα για να διασταυρωθεί το βλέμμα του γιατρού με το δικό μου ώσπου ν’ ακούσω “όλα καλά” – πήγα μόνο σε οφθαλμίατρο, δεν πα να καθυστερούσε και δέκα έτη φωτός, χέστηκα (ο γαστρεντερολόγος μου δεν μετράει, μου τα είπε την ώρα που έμπαινε, μη ρωτάτε πού και πώς)
Θέλω να δω πάλι κάτι στο σινεμά που θα θολώσει, θα υγράνει και θα καθαρίσει τα κουρασμένα μάτια μου – δεν είδα, μπορεί να φταίνε τα ελαττωματικά μάτια μου
Θέλω να τα δω να μεγαλώνουν και να προβάρουν τα καινούρια τους φτερά, είναι νωρίς ακόμη αλλά θα προσπαθήσω να μη τους τσαλακώσω έστω κι ένα πούπουλο γιατί δεν πουλάνε πουθενά φτερά για να τα αντικαταστήσω – τα πουλάκια μου εκτός από φτερά έβγαλαν και νύχια, μια χαρά μου φαίνονται
Θέλω να μην αλλάξει καμιά γεύση από όσες θυμάμαι , τις θέλω όπως την πρώτη φορά που μπήκαν μέσα μου και με παρέλυσαν - μερικές έγιναν και καλύτερες, μερικές χάθηκαν, χέστηκαν για τα δικά μου τα “θέλω”
Δεν θέλω να κλάψει κανείς εξ αιτίας μου. Εμένα, όμως, δεν με πειράζει να κλάψω ανακουφισμένος –τι θα πει “ανακούφιση” ;
Θέλω όταν μετρηθούμε στο τέλος της διαδρομής, να μη λείπει κανείς - εκτός κι αν κρύφτηκε κανείς για να μου τη σπάσει, σωστό μου βγαίνει το μέτρημα
Αυτά, νομίζω, μου αρκούν…- ψεύτη, θλιβερέ ψεύτη
35 σχόλια »
|