Θα λείψω λίγο

 

Να λείψεις, το ‘χεις ανάγκη, φαίνεσαι πολύ κουρασμένος

 

Είμαι

 

Πόσο θα λείψεις;

 

Δεν ξέρω, ιδέα δεν έχω

 

Μη κλειστείς στο σπίτι, φύγε μια δυο μέρες, πήγαινε στη θάλασσα, είναι ωραία εκεί

 

Είναι

 

 

 

Έφυγε. Έβαλε βενζίνη, είπε «καθάρισε τα τζάμια, δεν βλέπω ούτε τους υαλοκαθαριστήρες», έβαλε σιντί , did I give you much? well, you gave me things, ποιος μαλάκας έπαιρνε το αυτοκίνητο βραδιάτικα και άφηνε μέσα τον ψυχάκια τον Sylvian; έστριψε στην πινακίδα που έλεγε «παραλία 24 χλμ» , πιο λίγα του φάνηκαν αλλά ήταν επειδή πήγε σε λάθος παραλία, κομμάτια να γίνει – είπε – και κάθησε σε ένα μισογκρεμισμένο πεζούλι, ένα ζευγάρι έκανε μπάνιο, δεν φορούσε τα γυαλιά του αλλά αυτή φαινόταν να έχει κοιλιά, ο άλλος όχι, ηλικίες ακαθόριστες, μάλλον στη συνοριακή γραμμή της εμμηνόπαυσης, άναψε ένα τσιγάρο αφού χαράμισε έξη σπίρτα, pathetic εντελώς, το κοριτσάκι στα χιόνια θα τα είχε καταφέρει καλύτερα, έκανε και δεύτερο, και τρίτο, το ζευγάρι είχε εξαφανιστεί προς τα αριστερά, ένας μικρός αμμόλοφος έκοβε τη θέα, βαρέθηκε να κάνει τέταρτο αφού ο αμμόλοφος δεν έλεγε να σκύψει λίγο, η θάλασσα ήταν εκατονπενήντα μέτρα μακριά και δεν ακουγόταν κύματα, μόνο κάτι πουλιά από τα δέντρα πενήντα μέτρα πίσω του, η γαμημένη η δικτατορία των αποστάσεων, σηκώθηκε, τίναξε την άμμο από τα παπούτσια και το παντελόνι του, έβαλε μπρος και έφυγε, cant take my eyes off you , ποιος μαλάκας αφήνει σιντί με τον χαροκαμένο τον Damien Rice στο αυτοκίνητο, άναψε τον κλιματισμό, τριαντάρισε έξω κι ας ήταν κοντά σε θάλασσα, προς στιγμήν σκέφτηκε όταν γυρίσει σπίτι να κατεβάσει το μαγιό για να δει αν χωράει ακόμη μέσα αλλά αυτές ήταν πολύ φτηνές σκέψεις για μια τόσο σοβαρή μέρα, πήρε τον παράλληλο με τη θάλασσα δρόμο, πέρασε άλλες τρεις διασταυρώσεις που γράφαν «παραλία 3 χλμ , 5 χλμ , 4 χλμ» , τις αγνόησε, έφυγε ευθεία, βγήκε στο δρόμο για άλλη θάλασσα δεκαεφτά χιλιόμετρα μακρύτερα, πάντα ήταν ανοιχτός σε εύκολα διαχειρίσιμες προκλήσεις, έφτασε , βρήκε μια σκιά να παρκάρει, περπάτησε και κάθησε μακριά από δυο ηλικιωμένα ζευγάρια που είχαν πιάσει το καλό τραπέζι δίπλα στη θάλασσα αλλά κομμάτια να γίνει, φυσούσε ωραία, ήταν μόνος, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, δέκα-έντεκα χρόνων ήταν ξαπλωμένα με τα μαγιό πάνω σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο θαλάσσιο ποδήλατο απέναντι, χαμογέλασε , δεν ξέραν τι τα περιμένει σε λίγα χρόνια, θα γαμήσετε τις ψυχές σας όμορφα σκέφτηκε σχεδόν φωναχτά, θα σου φάει την καρδιά μαλακισμένο είπε στο αγόρι αλλά εκείνο δεν τον άκουσε γιατί δεν μπορούσε ακόμη να διαβάζει σκέψεις σε υπότιτλους, ήρθε η σερβιτόρα, τι μπύρες έχεις ; αράδιασε πεντέξι γνωστά ονόματα στα βουλγάρικα, ευτυχώς το πράσινη είναι εύκολα κατανοητό σε κάθε γλώσσα, αλλά έχουμε ντιακοπή ρεύμα από τις εφτά και είναι λίγκο ζεστό, φέρε να δω πόσο ζεστό είναι, έφερε, μια χαρά είναι, έφερε και πατατάκια, αυτά πάρτα πίσω, άναψε ένα τσιγάρο και του ‘ρθε να χαμογελάσει αλλά γρήγορα συνήλθε και σοβάρεψε, τα εντεκάχρονα μάζεψαν τις πετσέτες και έφευγαν, θα του μασήσεις την ψυχή καργιολίτσα είπε στο κορίτσι αλλά εκείνη δεν τον άκουσε γιατί την είχε τυφλώσει ωραία ο ήλιος, η μισή μπύρα τέλειωσε πριν καν σβήσει το δεύτερο τσιγάρο, μετά τρίτο, μετά τέταρτο, μετά άλλο ένα, μετά πρόσεξε πως οι τέσσερις υπερήλικες ήταν πέντε, δυο ζευγάρια και μια μόνη, η καημένη, δεν ήταν για λύπηση όμως γιατί ποιος ξέρει πόσες ψυχές θα γάμησε κι αυτή ώσπου να ‘ρθει η ώρα να αποσυρθεί, καφέδες πίναν, μάλλον μέτριους , ίσως και σκέτους, οτι γλύκα πρόλαβαν στη ζωή, τέρμα τώρα, μόνο αναμνήσεις με ζαχαρίνη επιτρέπονται, η μπύρα κόντευε να τελειώσει, πέντε μέτρα παραδίπλα ένας σκαρφαλωμένος πάνω στην κολώνα της ΔΕΗ ίδρωνε για να κάνει τις μπύρες κρύες μιαν ώρα νωρίτερα, άναψε ένα ακόμη τσιγάρο ευχαριστώντας τον θεό που δεν τον καταράστηκε να σκαρφαλώνει σε κολώνες για τρία ψωροχιλιάρικα το μήνα, φυσούσε ωραία από τη θάλασσα , το γραφείο ήταν ένα εκατομμύριο έτη φωτός πίσω, ούτε μέιλ, ούτε τηλέφωνα, ούτε excel,  τα εντεκάχρονα θα είχαν πάει σπίτια τους τώρα, κάποια μέρα θα μάθαιναν αυτός ο πληθυντικός τι άσχημο μπορεί να σημαίνει, κοίταξε για πρώτη φορά το ρολόι, περασμένες μιάμιση, άλλη μια μπύρα ή άλλο ένα τσιγάρο; τσιγάρο, είχε πάρει τον αέρα των σπίρτων και άναβε με την πρώτη, η θάλασσα έλαμπε, για μια στιγμή ξέχασε τα πάντα και πήγε να χαμογελάσει, μισό έμεινε το χαμόγελο, αν θυμάσαι παλιά καλοκαίρια έτσι γίνεται, μήνυμα την ώρα που το -όγδοο; - τσιγάρο έφτανε στη μέση, «ξεκουράσου και ηρέμησε» , τέλειωσε το τσιγάρο και έγραψε «είμαι στη θάλασσα, είχες δίκιο, μην ανησυχείς, κακό σκυλί ψόφο δεν έχει», την ώρα που ένα ηλίθιο γυμνό καλώδιο έφευγε από τα χέρια εκείνου που ήταν σκαρφαλωμένος στην κολώνα και προσγειωνόταν στο λαιμό του, κόβοντας απότομα μια πολλά υποσχόμενη ιστορία, το ποστ υπ’ αριθμόν 1.000, ακριβώς τη στιγμή που στο αυτοκίνητο ο Sylvian το ‘παιρνε απόφαση πως θα ξεψυχούσε μόνος από τη ζέστη και τη δίψα χωρίς κλιματισμό και ακροατή και σε ένα σπίτι διακόσια-τριακόσια μέτρα παραδίπλα ένα εντεκάχρονο έλεγε αναψοκοκκινισμένο στην μεγάλη αδερφή της «νομίζω πως ο Δημήτρης μ’ αγαπάει αλλά εγώ δεν είμαι σίγουρη οτι τον θέλω»…

 

 

Τα σχόλια δεν επιτρέπονται