Αρχείο για

Eγώ μιλάω ;

 

Ναι, μισό λεπτό να συγχρονίσω το σάουντρακ για ν’ ακούγεται πάνω στα λόγια σου

 

Εντάξει

 

Μπορείς ν’αρχίσεις τώρα

 

Ήταν ένας άντρας που πήγαινε κάθε μέρα στο ίδιο εστιατόριο, καθόταν στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια καρέκλα, έφτανε πάντα στις εννιάμιση το βράδυ και έφευγε λίγο πριν πάει έντεκα. Μόνος. Εννοώ πως πήγαινε μόνος, καθόταν μόνος και μόνος έφευγε. Αυτό γινόταν επί δεκατέσσερα χρόνια, χωρίς διακοπή, ούτε μια μέρα έλειψε όσο ήταν ανοιχτό το εστιατόριο. Φορούσε ένα σκούρο μπλε κοστούμι με ίδιο γιλέκο, άσπρο πουκάμισο και μια γραβάτα σκούρη κι αυτή. Οι σερβιτόροι μα και οι άλλοι τακτικοί – αν μπορεί κανείς να τους ονομάσει έτσι- θαμώνες ήταν σίγουροι πως είχε τουλάχιστον δυο ίδια κοστούμια και μισή ντουζίνα άσπρα πουκάμισα γιατί ποτέ δεν υπήρξε μέρα που δεν ήταν τόσο καθαρός ο γιακάς και οι μανσέτες τους όσο ο λαιμός ενός μωρού που μόλις το βγάλαν από το μπάνιο…..να συνεχίσω; γράφει ;

 

Nαι, δεν ακούς τη μουσική;

 

Kάθε βράδυ επί δεκατέσσερα χρόνια, ούτε αρρώστια τον κράτησε μακριά, ούτε γιορτές, ούτε αργίες, ούτε βροχές ή χιόνια, ούτε χαλασμένα ρολόγια ή αλλαγές της ώρας, πάντα εννιάμιση εκεί, έντεκα στο δρόμο ξανά. Κανείς, εκτός από όσους τον σέρβιραν, δεν θυμάται τι έτρωγε, τι έπινε, τι πλήρωνε. Κινητό δεν είχε, ή τουλάχιστον δεν ακούστηκε ποτέ να χτυπά. Η θέση απέναντι άδεια. Από την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε ως τη μέρα που δεν άνοιξε την πόρτα να μπει μέσα. Μετά την τρίτη φορά κανείς δεν τον ρώτησε ξανά αν περιμένει κάποιον –πάντα είναι πιο ευγενικό να λες «κάποιον», είναι αποστειρωμένα άφυλο-. Δεν είναι παράλογο να υποθέσει κανείς πως ούτε οικογένεια είχε, ούτε φίλους, ούτε παρέες. Έτρωγε ανέκφραστος, αφηρημένος, μηχανικά, σαν να ‘πρεπε απλώς να μισοαδειάσει ένα πιάτο κι ένα ποτήρι κρασί από υποχρέωση. Ακριβώς αυτό. Από υποχρέωση….θέλεις να σου πω κι άλλο ;

 

Tι έγινε τελικά; εννοώ πώς τέλειωσε η ιστορία ; κοντεύει να τελειώσει η μουσική, πρέπει να βρούμε κι ένα τέλος για την ιστορία.

 

Κανείς δεν ξέρει, στο είπα. Κανείς δεν νοιάστηκε να μάθει ποιος ήταν και γιατί εξαφανίστηκε. Τίποτε αληθινά παράξενο όμως, οι άνθρωποι εξαφανίζονται για κάποιο λόγο, είτε σε πέντε μέρες, είτε σε δέκα μήνες, είτε σε δεκατέσσερα χρόνια. Εσύ θα μπορούσες να σκεφτείς πως έφυγε γιατί κουράστηκε να βλέπει άδεια την απέναντι θέση ή επειδή κατάλαβε πως άργησε να πάει στο σωστό μέρος γιατί επί δεκατέσσερα χρόνια ερχόταν στο λάθος. Ναι ;

 

Σωστά. Γι αυτό έφυγε λοιπόν;  για να μην αργήσει κι άλλο ;

 

Λάθος. Λάθος. Λάθος. Έφυγε για να τελειώσει αυτή η ιστορία και για να ξεκινήσει μια άλλη. Άλλωστε θα ‘πρεπε από καιρό να έχεις μάθει κοντά μου πως δεν μπορείς ν’αργήσεις να φτάσεις εκεί όπου δεν υπάρχει κανείς να σε περιμένει….νομίζω πως τέλειωσε η μουσική, ώρα να φεύγω κι εγώ. Κλείδωσε εσύ το ποστ. Θα λείψω για λίγο.

 

(με αφορμή αυτό  ,τη μουσική του Pascal Comelade και μια γυναίκα που δεν ήταν εκεί….άλλωστε συνήθως για μια γυναίκα που είναι αλλού γράφονται οι μισοτελειωμένες ιστορίες)

 

 

Comments 18 σχόλια »