
«…έφτασε μια στιγμή που πλέον δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα άλλο που θα μπορούσα να φάω. Μασουλώντας το τραγανό της αυτί, άρχισα να την αποσυναρμολογώ, κόβοντας τους χόνδρους που έδεναν τις αρθρώσεις των αγκώνων και των γονάτων, των καρπών και των αστραγάλων, των ώμων και των γοφών της. Τοποθετούσα τα κόκκαλα το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ παράλληλα ρευόμουν διαρκώς για να ξαλαφρώσω τη διογκωμένη κοιλιά μου από τα αέρια της πέψης και συλλογιζόμουν τη θαυμαστή μεταμόρφωση μιας μικρής κοπέλας σε μια αγκαλιά κόκκαλα ποτισμένα με αίμα…»
Παραβλέποντας το αρκούντως ωμό (μεταφορικά και κυριολεκτικά) της περιγραφής, το μόνο που μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας τούτο το τοσοδούλι προσεκτικά διαλεγμένο -ώστε να αποφύγουμε τις ακραίες εκδηλώσεις αποστροφής- απόσπασμα από το «Αποδεικτικά στοιχεία» του Jesus Ignacio Aldapuerta (”Μάτια”, Εκδόσεις Οξύ, 1997) ήταν ο εαυτός μου στη θέση του εδώδιμου θύματος. Μετά και το (προ)χτεσινό διάγγελμα δεν νομίζω πως θα απομείνουν και πολλά πάνω μου που θα μπορούσαν να ιντριγκάρουν γευστικά τον Μεγάλο Εργοδότη μα απ’ το ολότελα καλά και τα κόκκαλα.
Αν μάλιστα κατορθώσει-στα χνάρια του τρυφερού συγγραφέα- να εξαφανίσει τα απομεινάρια μου πριν φτάσω στο τέλος της διαδρομής των 37 συντάξιμων χρόνων, η αθώωσή του είναι δεδομένη ελλείψει αποδείξεων. Βέβαια μια προσεκτικότερη και λεπτομερέστερη έρευνα πολύ εύκολα θα οδηγούσε στο ασφαλές συμπέρασμα πως κάποτε υπήρξα, αλλά -όπως λέει κι ο μέγας Aldapuerta- «ευτυχώς στη χώρα όπου βρισκόμουν δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι τέτοιο».
Δεν έχω όρεξη για πολλά σήμερα. Φούσκωσα. Ελπίζω όταν σκάσω, να σκάσω στα μούτρα τους.

Feed