much (comparative more, superlative most)

 

-a large amount of

 

 

 

little (comparative littler or less or lesser , superlative  littlest or least)

 

-small in size; not big; not large; tiny

-short in duration; not extensive; short; brief

-small in number

-small in amount or degree; not much

-of a certain amount; appreciable (usually prec. by a)

-being such on a small scale 

-not strong, forceful, or loud; weak

-small in consideration, importance, position, affluence, etc.

-endearingly small or considered as such

 

 

Παρότι μη άπληστος, πάντα ψάχνεις το πολύ γιατί μόνο αυτό μπορεί να σε γεμίσει, ξέρεις πως όχι ολοκληρωτικά αλλά φαντάσου να ‘χες βάλει ρότα για το λίγο. Κι όμως κάτι σε ξεσκίζει μέσα σου γιατί λες «αποκλείεται αυτό να είναι το πολύ, αν είναι δεν θα ερχόταν σε μένα, too good to be true» και άλλα τέτοια καθησυχαστικά αλλά ανεπαρκή. Και λες θα πάρω το λίγο, καλύτερα από το τίποτε και λιγότερο απαιτητικό από το πολύ. Που όμως δεν στο ζητάνε, στο δίνουν.

 

 

 

 

Μα ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θα πρέπει να φοβάται κανείς το διάφανο και ξεκάθαρο much , όταν ακόμη και για να μετρήσει τις παραλλαγές του little χρειάζεται μια ζωή ολόκληρη ..

 

 

(σχόλια κλειστά λόγω H1N1)

 

Τα σχόλια δεν επιτρέπονται