
Το μέτρο και η κοινή λογική έχουν προ πολλού απωλεσθεί. Μαζί με την ικανότητα αντίληψης του χώρου, του χρόνου , της εποχής . Αυτά είναι συμπτώματα εκούσιου πολιτικού αυτισμού και σαν τέτοια υπόκεινται σε κριτική. Και αυτοδικαίως παραδίδονται στην χλεύη.
Τα γράφω όπως μου έρχονται σήμερα. Δεν μου αρέσει να εκφράζομαι εν θερμώ , όπως δεν μου άρεσε και η παντιέρα που σήκωσαν όσοι διεκδικούν το θρόνο της Ρηγίλλης, θαρρείς και πρόκειται -όπως ήδη γράψαν κι άλλοι- για την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων.
Δεν με αφορά το δάκρυ του εθνάρχη. Αυτό μπορεί να αφορά τα ιστορικά ή τα παρα-ιστορικά αλλά όχι εμένα.
Εμένα με αφορά πια μόνον εκείνο το ανώνυμο δάκρυ που είναι τόσο περήφανο που αρνείται να βγει μπροστά στους άλλους.
Εκείνο που σφίγγεται να μείνει μέσα στις κόγχες όταν λες στο παιδί σου ότι είναι καλύτερα να μην πάει την τελευταία εκδρομή της σχολικής του θητείας γιατί η ύλη είναι πολλή και οι μέρες για χάσιμο ελάχιστες, την ώρα που θες να σε χαστουκίσεις ξεστομίζοντας τέτοιες κάλπικες κουβέντες απέναντι στα απορημένα και θυμωμένα μάτια του.
Εκείνο το γαμημένο δάκρυ που είναι κολλημένο πάνω στο λευκό του ματιού σου όταν το ATM είναι ήδη στεγνό από τις 15 του μήνα. Αν έχεις την τύχη ΑΤΜ να ξέρεις τι σημαίνει.
Εκείνη την ύπουλη υγρασία που θολώνει τον τρόπο που βλέπεις τον γύρω κόσμο όταν στο σπίτι ζουν μαζί σου τα τελευταία διακόσια ευρώ , μια γυναίκα κι ένα παιδί. Και κανείς τους δεν σου ζητά τίποτε, μόνο σου δίνουν , ένα βλέμμα «δεν πειράζει αγόρι μου, θα τα καταφέρουμε» , ένα χάδι , ένα γέλιο όταν ξεχνιούνται κι όταν δεν βλέπουν το πρόσωπό σου να χάνεται μέσα στα χέρια σου κοιτώντας το μηδέν. Και πιο κάτω από αυτό.
Αυτό το δάκρυ που δεν μ’ αφήνουν να δω αυτοί που ζουν τριγύρω μου, δίπλα μου, μισή ανάσα μακριά μου , αυτό το δάκρυ που μουσκεύει το μαξιλάρι μόνο όταν κοιμηθούν όλοι στο σπίτι, αυτό που σε κάνει να φοράς γυαλιά ηλίου όταν τα σύννεφα έξω είναι ένα μέτρο από την άσφαλτο , αυτό το γαμημένο κρυμμένο δάκρυ με αφορά και μου τρώει τα σωθικά γιατί είναι κοντά μου, πάρα πολύ κοντά μου, επάνω μου σχεδόν, μπορώ και το μυρίζω, με ακουμπάει κι ας μη το βλέπω.
Αυτό το δάκρυ το χρειάζομαι να το κρύψω μέσα μου για να καταλαβαίνω την αξία του. Την αβάσταχτα ανεκτίμητη αξία του. Εκείνο του εθνάρχη τους , χάρισμά τους. Αυτή η συνομοταξία το πολύ πολύ να δακρύσει από τη λύσσα της για μια πολυθρόνα που δεν κέρδισε. Οι άλλοι, οι πολλοί, οι κανονικοί, για μια ζωή που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, έστω σαν μια πενθήμερη εκδρομή στα δεκαεφτά τους. Που αν την χάσεις δεν θα το ξεχάσεις όχι σε δέκα αλλά ούτε και σε πενήντα χρόνια.

Feed