
Προσοχή : ακολουθούν 1.060 λέξεις
Ακούω μουσικές με ανοιχτό μυαλό-έτσι θέλω να πιστεύω-.
Ποτέ δεν σταμάτησα να το θεωρώ ως τη μέγιστη (ή στις δυό κορυφαίες, εν πάσει περιπτώσει) από τις ψυχικές απολαύσεις, ακόμη καλύτερη κι από την παρέα του καλύτερου βιβλίου. Δε λέω, διαβάζω, κάποιους μήνες μάλιστα που οι ώρες περισσεύουν ρουφάω λαίμαργα αλλά δεν με ρουφάει μέσα της η σελίδα.
Ίσως να ‘ναι κάποιο εκ γενετής ελάττωμα δικό μου το να αντιστέκομαι- ακούσια, αλήθεια σας λέω- στη σαγήνη των λέξεων που τρελαίνουν κόσμο, μπορεί να ‘μαι δεμένος σαν πασχαλινό αρνί πάνω σε ένα sur-mesure ατομικό κατάρτι αλλά αντί να μου κλείσουν με κερί τα αυτιά (ήμουν ικανός να τους κάνω χίλια κομμάτια αν το επιχειρούσαν) μου δέσαν μόνο τα μάτια. Κι έτσι ο δρόμος για την Πηνελόπη μου, που ζει στα ράφια με τα βινύλια και τα cd’s , είναι μονόδρομος.
Ακούω μουσικές με ανοιχτό μυαλό και με το δέρμα μου να παρακαλάει ακόμη, “κάντε με να ανατριχιάσω, πάρτε με και σηκώστε με” . Ρούπι δεν κουνιέμαι απ’ το χώμα όμως. Εντάξει, κάποιες τρίχες δείχνουν αδύναμο χαρακτήρα – σαν εκείνα τα ηλίθια καλόβολα σκυλιά που κουνάνε την ουρά τους στον κάθε άγνωστο- και σηκώνονται που και που, δεν λέω πως άσχημα κάνουν , είναι αγένεια να δείχνεις τέτοια έπαρση, πως τάχα μου τα άκουσες όλα και τίποτε δεν μπορεί πια να σου χαρίσει μια ψυχική στύση άξια λόγου αλλά εφόσον ξεκίνησα να τα πω , θα τα πω.
Μουσικές πέρασαν πολλές από μέσα μου, λίγες έμειναν να διανυκτερεύσουν, σε ακόμη λιγότερες έκανα καλύτερη τιμή από την τιμή πόρτας για να μείνουν λίγο ακόμη , ελάχιστες περνούν ακόμη για να δουν πώς είμαι και πώς μεγαλώνω χωρίς – χωρίς ; - αυτές.
Πόσες φορές κράτησα την ανάσα μου όταν πρωτάκουσα κάτι – συνήθως σε ραδιόφωνο ή σε σπίτι φίλων- και είπα “το θέλω δικό μου τώρα!” ;
Δυο-τρεις-τέσσερις-πέντε ; Δέκα ;
Tόσες. Δύσκολο να ήταν περισσότερες. Το “τώρα!” ήταν που έκανε τη διαφορά, άλλο να πεις “θέλω” κι άλλο “θέλω τώρα”, όσο να ναι η αληθινή ωραία αμαρτία στο “τώρα” κρύβεται γιατί με το σκέτο “θέλω” μπορεί να ζήσεις ισόβια χωρίς να ‘χεις να θυμάσαι τη στιγμή.
Εγώ τις στιγμές τις θυμάμαι.
Τη φωνή του Πετρίδη , του σέρνω πολλά αλλά αυτό του το χρωστάω αιώνια , να προαναγγέλλει σχεδόν συνωμοτικά το “Desire” των Tuxedo Moon και τις νότες του “Εast/Jinx” να κυλάνε – όπως το αίμα στο Reservoir Dogs- στο μωσαϊκό του χωλ (άσε μας ρε Άλκηστη με τα ωραία λαϊκά σου) της Τσόχα 32. Aκόμη λεκιασμένος είμαι, τόσο καινούριο δεν είχα ξανακούσει ως τότε , μην αρχίζετε να μου λέτε για περίεργα αβανγκαρντίστικα, δεν τέλειωσα ακόμη.
Η άλλη φορά ήταν με το Μusic For Films του Eno που το άκουσα κατόπιν εορτής σε άθλια κόπια της εδώ Polydor αλλά τί πάει να πει “κατόπιν εορτής” ; για χάρη του έκανα πάρτυ και μόνος μου, σιγά μη χρειάζεσαι shiny happy people δίπλα σου όταν σου κολλάει στη μούρη ο άλλος τέτοιους ήχους. Κάποια μεγάλη μέρα που μου είχαν τσακίσει τα νεύρα τα χριτς και τα χρατς – θυμάμαι ο Ζήλος στον Ήχο τα είχε βάλει όλα πεντάστερα εκτός από την ποιότητα ήχου που είχε φάει ένα ξεγυρισμένο Γ και πολύ της ήτανε- , όταν λοιπόν με γονάτισαν τα χρατς βγήκαν επιτέλους τα cd’s και το πρώτο που πήρα ήταν αυτό. Ακόμη και σήμερα όταν σβήνω τα φώτα φεύγοντας απ το σπίτι, θέλω να βάζω το Music For Films να παίζει για να μη μένει το σπίτι μόνο και να φτιάχνει χαρακτήρα (το σπίτι).
Τhe Köln Concert , ένα ισόγειο μεταξύ Ζωγράφου και Γουδί (δεν θυμάμαι αν γράφεται με ήτα αυτό αλλά δεν είναι η ορθογραφία το ζητούμενο σήμερα) , πέντε-έξη δεκαεννιάχρονα στοιβαγμένα στα πατώματα (καναπέδες δεν είχε, μια πολυθρόνα μόνο αν θυμάμαι καλά, και ήταν γαϊδουρινή αγένεια να κυλιέσαι πάνω στο κρεβάτι του οικοδεσπότη που – btw- τον πάντρεψα δεκατόσα χρόνια μετά και ελπίζω να μου το συγχωρέσει αυτό κάποια μέρα) , όλα μεγαλωμένα με τον παραδοσιακό τρόπο της ελληνικής επαρχίας , λίγο από hard-rock και ολίγη από art-rock δηλαδή , από τη μια πλευρά Black Sabbath και Purple και Rory και Thin Lizzy κι από την άλλη Genesis και Yes , με μπαλαντέρ – surprise- τους Floyd μ.Β. (μετά Βarrett) , όλα καλά και άγια δηλαδή αλλά μπορεί κανείς να σε φτιάξει με ένα πιάνο και να σε στείλει να παραπατάς νυχτιάτικα κατηφορίζοντας προς τη Μιχαλακοπούλου ; Μπορούσε ο γάτος ο Jarrett, μπορούσε , το –διπλό- βινύλιο έλιωσε και σανίδα σωτηρίας αποδείχτηκε ξανά ένα δισκάκι – ωπα μεγάλε ! – ακτίνας. Ποιος να το φανταζόταν πως δέκα χρόνια αργότερα η πόλη της ηχογράφησης-που έγινε η αγαπημένη μου γιατί οι μνήμες της με γέμισαν με ωραίες ουλές- θα γινόταν καθιερωμένος τόπος προσκυνήματος σε τακτική βάση και περπατώντας στους πεζοδρόμους της ή στα πετρόστρωτα της Altstadt , στο κεφάλι μου μέσα θα χτύπαγαν πλήκτρα όπως τότε ; Eίπαμε, με τη ζωή δεν είναι να ποντάρει κανείς μεγάλα ποσά. Ξεβράκωτος θα καταλήξεις.
Και καλά αγόρι μου, εσένα οι τρίχες σου ελληνικά δεν καταλάβαιναν για να χτυπήσουν μια προσοχή όρθιες και για τους εγχώριους ; κλέφτες θα γινόταν αυτοί για να κερδίσουν την προσοχή σου ;
Kαταλάβαιναν, δε λέω, αλλά από ανταπόκριση τίποτε. Να φταίει το ότι ήταν φρέσκια ακόμη η μεταπολίτευση και από την υπερδοσολογία Θεοδωράκη και των επιγόνων του – αν θες να κανείς κάποιον να μισήσει τις γαρίδες , τάιζέ τον γαρίδες κάθε μέρα- πέσαμε με μετωπική πάνω στο revival του ρεμπέτικου, στα λάιβ της Γλυκερίας και στα (πολύ) θυμωμένα/δυσκοίλια/επαναστατικά του Παπακωνσταντίνου (του μεγάλου, ο Θανάσης τότε έβγαζε ακόμη ακμή ), στον απόηχο του Pretty Vacant εμείς εδώ καταγινόμασταν με τον Γουίλι απο το Τζιμπουτί , θα μου πεις εσένα σε ενδιέφερε περισσότερο το μπινελίκι των Pistols στην βασίλισσα ή το τι γινόταν στη γειτονιά σου , δεν ξέρω, δεν απαντώ , ανέκαθεν είχα μια στρεβλή άποψη για το τι και πού ακριβώς είναι η γειτονιά μου και το “όπου γης και πατρίς” το μετέφραζα περιφραστικά και όπως με βόλευε, ας κλείσω εδώ τη μικρή αυτή παρένθεση που το μόνο το οποίο κατάφερε να διευκρινίσει είναι πως αν εξαιρέσεις την άφωνη Τζοκόντα – ε ναι, είμαι προβλέψιμος – και ίσως καναδυό ακόμη που δεν τα θυμάμαι τώρα (τόσο βαθιά σημάδια μου ‘καναν) , χρειάστηκε να περάσουν πάάάάρα πολλά χρόνια για να ακούσω κάτι στη γλώσσα μου που να με κάνει να σταματήσω ότι έκανα εκείνη τη στιγμή και να ρωτήσω “τι είναι τούτο ;”.
Πάντως “το θέλω τώρα!” δεν θυμάμαι να βγήκε ξανά από το στόμα μου.
Έβαλα I στον τίτλο του ποστ γιατί αν με ξαναπιάσει από το σβέρκο ο απογευματινός καφές και σφάξω τον ύπνο στο γόνατο, μπορεί και να συνεχίσω με παλιές σαχλές ιστορίες, βλογ μου είναι άλλωστε, όχι το τοπ-100 του Rolling Stone.
Τώρα μπορώ να σβήσω τα φώτα και να φύγω.Το σπίτι έχει καλή παρέα…