Αρχείο για

Μπρος στο “London to Brighton” του 35χρονου Paul Andrew Williams, ο Ολιβερ Τουΐστ του 25χρονου Charles Dickens μοιάζει σαν νεραιδοιστορία. Κι ο Fagin σαν την Αγία Τερέζα μπρος στον –κάθε- Duncan Allen.

 

Η ταινία τσούζει, χειρότερα κι από ένα κιλό αλάτι πάνω σε ανοιχτά ράμματα. Τι ράμματα, ξυρισμένο στέρνο που χάσκει περιμένοντας νυστέρι δε λέω καλύτερα; Το Funny Games του Haneke μου είχε ανοίξει τρύπα στο στομάχι, τούτο εδώ μου έφαγε ωμά όλα τα σωθικά και τα ‘φτυσε καταγής.

 

Πέρα από το –σχεδόν- προφανές και “διδακτικό” της τέλος, καμιά κάθαρση δεν φαίνεται στον ορίζοντα και δεν πα’ να βγήκε λαμπρός ήλιος-με δόντια, έστω- πάνω απ το Μπράιτον, είτε στην Αγγλία είναι, είτε σε μια εργατική πολυκατοικία έξω απ τις Βρυξέλλες, είτε σε ένα κωλόμπαρο της Μπανγκόκ, είτε σε ένα ταξί που μεταφέρει αγίνωτη σάρκα σταματημένο στα φανάρια της Μητροπόλεως. Ή του Ψυχικού. Ή της Βέροιας. Σιγά τη διαφορά, οι παραλήπτες ίδιοι είναι παντού. Η ίδια γαμημένη φάτσα, η ίδια γαμημένη ράτσα, η ίδια γαμημένη μυρωδιά αντρίλας.

 

Για κάθε δεκατριάχρονη Joanne που έμεινε περίπου όρθια, αναλογούν άλλες χίλιες που είναι πεταμένες σε κρεβάτια, πατώματα, βρώμικους καναπέδες, τουαλέτες, ακριβές μεζονέτες, σε πίσω καθίσματα αυτοκινήτων που μυρίζουν γνώριμη κολώνια πάνω σε ψοφίμι. Πεταμένες και-γιατί όχι;-πεθαμένες. Πόσα είναι αυτά που αντέχουν να σέρνουν πίσω τους τέτοιο βάρος ήδη από τα εννιά , τα δέκα, τα δώδεκα, τα δεκαπέντε χρόνια τους ; Κορίτσια κι αγόρια. Παιδιά χωρίς φύλο. Γιατί είναι παιδιά. Σκέτο παιδιά. Που το μόνο που μπορούν να φωνάξουν όταν πονέσουν –γιατί θα πονέσουν- είναι “μαμά”.

 

Και κανείς δεν θα ναι εκεί, δίπλα τους. Εκτός από τη γαμημένη ράτσα των Duncan Allen.

 

 

 

Comments 26 σχόλια »