η αρένα με τις οδοντόκρεμες
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία Aπαραίτητη η γονική συναίνεση, trash hardcore, ιστορίες βγαλμένες απ το στομάχι της ζωής
Μισό μέτρο πίσω από την ταμειακή μηχανή , στο μεγαλομπακάλικο.
Προηγείται γυναίκα αγνώστου ηλικίας και-παρολίγον-αγνώστου φύλου, μόνον εκ της φούστας συμπέρανα ασφαλώς πως δεν ανήκει στην συνομοταξία μου. Καταγωγή γνωστή (με κάποιον μάλωνε στο κινητό όσο περίμενε μπροστά μου να ‘ρθει η σειρά της) , κάπου νότια της Μόσχας , ανατολικά του Κιέβου και δυτικά της Τασκένδης.Και τόσο που το οριοθέτησα, πάλι καλά.
Έχει απιθώσει μπρος στην ταμία πέντε σακκούλες με πρασινάδες μέσα, δυό δάχτυλα παστουρμά (λεπτά δάχτυλα, εφτάχρονου) τυλιγμένα στο μεγαλομπακαλόχαρτο – ξέρω πως ήταν παστουρμάς γιατί μύριζε ως την έξοδο- , ένα χυμό σε χάρτινο περιτύλιγμα, ένα κουτί αλμυρά μπισκότα και ένα πλαστικό κεσεδάκι με άγνωστο περιεχόμενο, υπέθεσα – κοιτώντας τάχα μου αδιάφορα- πως θα ‘ταν μια από αυτές τις αηδείς “αλοιφές” με τις οποίες συμπληρώνουν τα μεσημέρια του σαββατοκύριακου όταν το φαγητό είναι λίγο, άγευστο ή απλά αόρατο. Και είχα δίκιο, εντέλει.
Τις υποθέσεις μου τις διέκοψε η φωνή που έλεγε “εικοσιπέντε και τριάντα”.
Έψαξε – ή έκανε πως ψάχνει- το πορτοφόλι στην τσάντα της που ήταν πιο λιπόσαρκη κι από πρόσφυγα της παλιάς καλής Μπιάφρας.Δεν το βρήκε και ακούμπησε την τσάντα πλάι στις άδειες σακκούλες που περίμεναν ανεφοδιασμό.Τα χέρια της μπήκαν μέσα για κανένα λεπτό και όταν ξαναβγήκαν στην επιφάνεια να πάρουν αέρα κρατούσαν ένα εικοσάρικο.”Αυτό έχω” είπε, με φωνή που δεν μπόρεσα να ξεδιαλύνω αν ήταν νόθο παιδί ανακούφισης, ντροπής , θριάμβου ή έκπληξης.
“Αυτό” δεν ήταν αρκετό. Κάτι έπρεπε να μείνει πίσω, να θυσιαστεί για να επιζήσουν τα υπόλοιπα. Η ουρά πίσω μου μεγάλωνε, ήδη ήμασταν τρεις.
Πρώτα θυσιάστηκαν τα μπισκότα. “Δεν φτάνει” είπε η ταμίας, “αυτά κάνουν ένα και δέκα”.
Mετά ο χυμός. Μικρός ο φόρος αίματος, ήθελε κι άλλο, ενενηνταπέντε λεπτά σύν ένα και δέκα μας κάναν δύο ευρώ και πέντε λεπτά.
Έριξε μια ματιά στις σακκούλες και έπιασε την λιγότερο φουσκωμένη.”Ογδόντα λεπτά κάνουν τα αγγουράκια, διαλέξτε κάτι άλλο ακριβότερο”.
H oυρά πίσω μου μεγάλωνε, ήδη ήμασταν πέντε. Όταν οι ύαινες μυριστούν θάνατο, είναι ν’απορεί κανείς που το κουφάρι έχει παρέα ;
Διάλεξε και κατάλαβα πως το κανε με πολύ βαριά καρδιά. Άφησε πίσω την τυροκαφτερή- την αλοιφή του σαββατοκύριακου, αυτήν που ανακουφίζει από τους πόνους της στέρησης- και εισέπραξε ένα “είμαστε εντάξει, τρία και τριάντα κάνει αυτή”.Έδωσε το εικοσάρικο και απελευθέρωσε τις άλλες σακκούλες-ομήρους.Την ώρα που έπαιρνε την απόδειξη η ουρά μέτραγε ήδη έξη.
Ούτε ένας από τους έξη, και ειδικά ο πρώτος που ήταν στρογγυλοκαθισμένος σε προνομιακή θέση στην αρένα, βρήκε τον τρόπο να βγάλει πέντε ευρώ από την τσέπη και να μην αφήσει τα λιοντάρια να βγουν στο χώμα που μύριζε ιδρώτα, αίμα και δημόσια ταπείνωση.
Δεν ξέρω τι σκέφτηκα αλλά ο,τι κι αν ήταν αυτό που μ’ έκανε να παρακολουθήσω αμήχανος, σιωπηλός, αμέτοχος και – εκ του αποτελέσματος- αδιάφορος τη σκηνή που εκτυλίχθηκε δυό πιθαμές μακριά μου, δεν ήταν πιο δυνατό από τις τύψεις που με ξέσκισαν μετά. Βολικός αερόσακος οι τύψεις, γλιτώνεις με αμυχές και καναδυό μελανιές. Απέξω. Γιατί μέσα σε τρώει, ευτυχώς υπάρχει στα σωθικά σου κάτι βρώσιμο, δεν είναι όλα σκάρτα και κατάλληλα μόνο για σαλάμια τρίτης διαλογής. Τόσο “κατώτερος των περιστάσεων” όμως, θαρρείς και δεν είμαστε εμείς αυτοί που συνδιαμορφώνουν αυτές τις “περιστάσεις”.
Πέντε ευρώ. Όσα πετάω, πετάμε για ενός ψύλλου πήδημα. Για πέντε ευρώ αναστήσαμε ξανά το Κολοσσαίο ανάμεσα σε κωλόχαρτα, ταμπλέτες για το πλυντήριο πιάτων, γιαούρτια, σερβιέτες και σπορέλαια.Κάτι μου λέει ,όμως, πώς δεν είναι μακριά ο καιρός που κι οι θεατές θα βρεθούν χαμηλά, ανάμεσα στα θηρία που δεν κάνουν διακρίσεις για το αν ήρθες από πάνω ή αν μέσα στην αρένα γεννήθηκες…
υ.γ. το τρίτο πρόσωπο και ο πληθυντικός είναι μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να βρω συνένοχο στο έγκλημα

Feed