εκεί
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία δανεικά & αγύριστα, εμμονές, οι φίλοι μου
Ο Βασίλης Μαρουλάς υποθέτω πως είναι φίλος μου. Όχι απ τους κανονικούς, από αυτούς δηλαδή που τους παίρνεις τηλέφωνο στις 1 τα ξημερώματα για να κλάψεις στον ώμο τους που έφυγε η καργιόλα ή από τους άλλους που μοιράζεσαι μαζί τους σε ένα παγκάκι την τελευταία μπύρα που μπορεί να αγοράσει το τελευταίο σου ευρώ, όχι, τέτοιες ξεφτίλες δεν τις κάνω και εκ των πραγμάτων στερώ από την μακρόχρονη σχέση μας μια σειρά ωραιότατα κλισέ που θα μπορούσαν να γεννήσουν ένα κείμενο εντελώς μα εντελώς άσχετο μ’αυτό που θέλω να γράψω σήμερα.Είναι από αυτούς τους φίλους που ξέρεις πως κι αν αποφασίσεις να μη μιλήσεις στον αιώνα τον άπαντα, θα βρουν τον τρόπο να καταλάβουν η σιωπή σου τι σημαίνει.
Ο Βασίλης είναι από αυτούς τους σπάνιους ανθρώπους που έχει το αδιαμφισβήτητο προσόν να βρίσκεται στο σωστό μέρος την λάθος στιγμή – δουλεύει και αντίστροφα αυτό στην περίπτωσή του αλλά δεν το ξέρει- , να έχεις δηλαδή στρωμένο τραπέζι, ανοιχτό κρασί και να τον περιμένεις να τα π(ι)είτε κι όταν του τηλεφωνείς μια ώρα μετά από τότε που υποτίθεται πως θα πρεπε να σου χτυπά το κουδούνι, να σου λέει ότι νύσταξε περιμένοντας να πάει εννιά και τώρα έχει φάτσα τις Πρέσπες, προτιμώντας να κάνει τετρακόσια χιλιόμετρα αντί πενήντα γιατί πνιγόταν από βαριεμάρα. Πάλι καλά. Την άλλη φορά ξεκίνησε οδηγώντας για το Παρίσι να πάει να προσκυνήσει δυό ντουζίνες αποθαμένους στο Περ-Λασαίζ και επειδή ενοχλήθηκε από την κίνηση στη διαδρομή έστριψε για Βερολίνο, προτιμώντας την παρέα των ζωντανών.
Και τις δυό πόλεις τις στρίμωξε γλυκά- με τον τρόπο που μόνο αυτός ξέρει να κάνει- σε κάποιες από τις ιστορίες του “Εκεί” του. Αυτός τα λέει ποιήματα, εγώ που ήμουν ανέκαθεν καχύποπτος και αλλεργικός με την ποίηση τις λέω ιστορίες. Δευτέρα βράδυ έκανα τα πενήντα χιλιόμετρα που μας χωρίζουν για να είμαι εκεί που ήξερα ότι θα ήταν κι αυτός. Ευτυχώς δεν έλειπε από μια βραδιά που ήταν όλη δική του. Δική του και όλων αυτών που τριγυρνούν μέσα στις λέξεις του, στην ανηφόρα για τον Αγιο-Παντελεήμονα, στην Στέφανπλατς , στο Μπλε Τζαμί , στα πανηγύρια του Προφήτη Ηλία , πάνω σε ένα βράχο στη μέση του πουθενά, σε δυο άδειες κούτες μέσα σ’ένα κρύο δωμάτιο , στα γραφεία του Κόμματος (ένα είναι το Κόμμα).
Ο Βασίλης έχει το χάρισμα να είναι μέσα σε όλα αυτά τα-για έναν αδαή- παράταιρα. Δεν το συμπεραίνω διαβάζοντας, ούτε “εκ του αποτελέσματος”. Είναι μέσα γιατί ξέρω πως αυτός είναι οι ιστορίες του κι εμείς οι λέξεις για να τις χτίσει. Πρώτη φορά που ένιωσα υπέροχα ως τούβλο. Έχω εμπιστοσύνη-βλέπετε-στα χέρια του μάστορα.
……….
Γεμίζοντας τις κούτες με ξένα πράγματα,
όπως λες.
Τι θες να σβήσεις απ’ τη ζωή σου ;
Mια μέρα ; Δυο ; Πού να τα κρύψεις τόσα χρόνια ;
Tόσο ιδρώτα στα σεντόνια, τόσα βογκητά,
όπως θυμάσαι.
Πώς να χωρέσουνε σε κούτες ;
Να ξεγελάσεις θες τη μνήμη σου,
να σβήσεις απ’ το κορμί σου χάδια
που τα λάτρεψες.
Πού να χωρέσουν όσα έζησες μαζί του ;
Tόσες χαρές και τσακωμούς
απόλαυσες.
Μάταιος κόπος το συμμάζεμα
Οι μνήμες σαν μπαλόνια θα ξεφεύγουν στον αέρα
κι όταν σου έρθει εκείνη η εφιαλτική στέρηση
-έρχεται συχνά-
τι θα μπορέσεις ν’ αγκαλιάσεις,
αν όλα του τα πετάξεις, όπως τώρα θες,
σε μία ελάχιστη στιγμή δύναμης
που δεν έχεις ;
Mην αφήσεις τίποτε να φύγει.
Μακάρι να είχε μείνει έστω και μία ανάσα του
στο λαιμό σου.
Κράτα τα όλα, ό,τι σου έμεινε τέλος πάντων.
Κι όταν κάποτε αναρωτηθείς
“τι γυρεύουν αυτές οι κούτες μέσα στο δωμάτιο;”
“ποιος τις μάζεψε;”
μόνο τότε όλα θα έχουν τελειώσει.
…………
“Εκεί” , του Βασίλη Μαρουλά
Eκδόσεις Αlpha Media Group , Kαβάλα , 3 Νοεμβρίου 2008
Είπαν λόγια ο Ηλίας –Bluesman- Zάικος και η Ξανθή Κατσαρή-Βαφειάδη, διάβασε ο Γρηγόρης Βαλτινός , ήμουν κι εγώ εκεί…ως Καρτέσιος κάποτε ήταν κι αυτός εδώ…


Feed