
Τέτοιον πόνο δεν είχε ξανανιώσει, ήταν σαν να ‘χαν φυτρώσει στο στέρνο και στην πλάτη του τριάντα χαλασμένα δόντια και μια ταξιαρχία αυτιά και να πονούσαν ταυτόχρονα, σαν να τον τύλιγε μια αόρατη ζώνη πέντε νούμερα μικρότερη που έσφιγγε κι έσφιγγε χωρίς σταματημό, αδιαφορώντας για τον ιδρώτα που έσταζε στο στρώμα, στο πάτωμα, στο διάδρομο, στο ασανσέρ, στη διαδρομή , στα επείγοντα.
Χρώμα πιο άσπρο κι από της Χιονάτης, αν τον έβλεπε ένα σάβανο θα έσκαγε από τη ζήλια του, ευτυχώς ήταν αρκετά πειστικό για να φέρουν αμέσως δίπλα του γιατρό που άρχισε τις ερωτήσεις που δεν παίρναν απαντήσεις, το στόμα ήταν κλειστό γιατί ακόμη και η ανάσα γεννούσε πόνο, τον ξάπλωσαν σε ένα κρεβάτι στη βραχεία νοσηλεία και άρχισε να βγάζει ότι είχε μέσα του αλλά μόνο αυτός ο γαμημένος ο πόνος δεν έλεγε να βγει, το καρδιογράφημα απέκλεισε το έμφραγμα αλλά υπάρχουν χίλιες ακόμη αιτίες να πεθάνει κανείς , ο γιατρός προσπαθούσε να βγάλει άκρη, αυτός προσπαθούσε να βγάλει τον πόνο, κανείς απ τους δυό δεν κατάφερε το παραμικρό, ώσπου κάποια θυμήθηκε να πει πως είχε δυό τοσοδούλες πέτρες στη χοληδόχο κύστη αλλά δεν πονάνε έτσι οι πέτρες, ο γιατρός – που θα ήταν διαβαστερός στη σχολή- φρίκαρε και είπε πάμε για αξονική αφού του πήραν αίμα αρκετό για να χορτάσει ακόμη κι ο Bella Lugosi μετά από δίαιτα , πήγαν για αξονική , γουλιά απ’ το υγρό δεν κατέβαινε απ’ το λαιμό γιατί μόνο έξοδος υπήρχε πιά και όχι είσοδος, αφήστε τον είπε η ακτινολόγος , αν είναι αυτό που φαντάζομαι θα φανεί κι ας είναι πιο στεγνός κι απ’ τη Σαχάρα , φάνηκε το άτιμο που φανταζόταν η ακτινολόγος και είχε όνομα , άκουσε κάτι σαν παγκρεατίτιδα (ένα μήνα μετά έμαθε πως είχε και ονοματεπώνυμο “οξεία, βαριά”), μετά δεν θυμάται τίποτε για το επόμενο σαρανταοχτάωρο , μόνο τις οπιούχες ενέσεις δεν ξεχνάει που ζητούσε εκλιπαρώντας κάθε τρεις ώρες , τα γυμνά τέρατα που έβλεπε από πάνω του που αν είναι το χωλ της κόλασης έχει καλώς, αν όμως είναι αίθουσα αναμονής για τον παράδεισο μάλλον την κάτσανε τη βάρκα όσοι ελπίζουν στο δεύτερο ημίχρονο, οι γιατροί είπαν πως δεν ήταν τέρατα αλλά παρενέργειες από τα δέκα κιλά αντιβίωσης και τις εφτά δόσεις παυσίπονων για βουβάλια κάθε 24ωρο , κάποια στιγμή μετά από δυό μέρες τον ξαναπήραν για αξονική, πάλι η ίδια ιστορία, το ίδιο φως από πάνω του, οι ίδιοι γιατροί να μουρμουρίζουν μεταξύ τους “κι αν νεκρωθεί;” , δεν το κατάλαβε αυτό το “νεκρωθεί” γιατί μιλούσε εκείνη την ώρα με τα τέρατα αλλά φοβήθηκε όσο μπορούσε να φοβηθεί ένας που δεν ήταν ακόμη σίγουρος αν ήταν ζωντανός ή πεθαμένος , πέρασαν οι τρεις μέρες, πέρασαν οι πέντε, ο πόνος έγινε πιά πόνος και όχι προπόνηση σε πριονοκορδέλα , τα χέρια του έγιναν κόσκινο από τους ορούς και τις αντιβιώσεις , οι φλέβες κάναν αγώνα δρόμου ποια θα πρωτοσπάσει πριν την άλλη, μια μέρα εμφανίστηκε ένας παπάς στον θάλαμο και τον ρώτησε αν θέλει να τον κοινωνήσει, πριν πηδήξει ως το ταβάνι απ’ την τρομάρα τον καθησύχασε η αξύριστη νοσηλεύτρια και του είπε πως έτσι γίνεται παραμονή Δεκαπενταύγουστου, ο παπάς τον διαβεβαίωσε πως δεν μετράει αν έχει δυό αιώνες να εξομολογηθεί γιατί ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχουν, αυτός ήταν και ασθενής και οδοιπόρος γιατί εκεί που πήγε και ήρθε δεν ήταν δα και στην απέναντι γωνία του θάλαμου , την άλλη μέρα υποχώρησε για πρώτη μέρα κι ο πυρετός και η μάνα του είπε θαύμα , θαύμα-ξεθαύμα το κρασί ήταν το πρώτο υγρό που κύλησε στο λαρύγγι του μετά από δώδεκα μέρες , ως τότε έβρεχε τα χείλια του με γάζες προσέχοντας μην ξεφύγει καμιά σταγόνα μέσα του και έχουμε κι άλλα , οι ακτίνες και οι αξονικές δείξαν πως το άτιμο το πάγκρεας βούλωσε από μια τόση δα σκατούλα πέτρα που έφυγε μέσα στο χοληδόχο πόρο και πλημμύρισε το σύμπαν, ακόμη και οι λοβοί στα πνευμόνια γίναν μούσκεμα, ακόμη κι ο βράχος του Γιβραλτάρ να ‘πεφτε στο κεφάλι του μικρότερη ζημιά θα έκανε, πέρασαν εικοσιπέντε μέρες και εικοσιπέντε νύχτες που κοιμόταν όλα κι όλα δέκα λεπτά και μετά σηκωνόταν κι έκοβε ως το ξημέρωμα βόλτες στον άδειο διάδρομο ακούγοντας βογγητά, ροχαλητά, προσευχές, βρισιές και κουδούνια κι αυτό και μυρίζοντας την ανάσα του, οινόπνευμα, αντισηπτικά, betadin , ούρα και αίμα.
Τις τελευταίες τρεις μέρες του βγάλαν τους ορούς και του είπαν πως θα παίρνει πια τα φάρμακά του από το στόμα κι όχι μέσα από καλώδια και βελόνες, τα χέρια του ήταν μαύρα από τις μελανιές, ο Κεντέρης και η Θάνου μελανιασμένοι κι αυτοί από το πέσιμο στην άσφαλτο, η Γιάννα είχε ήδη δώσει τη σημαία στους κινέζους και οι γιατροί του είχαν ήδη δώσει το οκ για εξιτήριο.
Είκοσι κιλά χάθηκαν μέσα σε εικοσιεννιά μέρες στο 301, φεύγοντας δεν είχε καμιά διάθεση να τα αναζητήσει, περπάτησε σαν ζόμπι ως το αυτοκίνητο, έπεσε σαν τσουβάλι στο πίσω κάθισμα και είπε ξέψυχα “δρόμο, σπίτι”, στο σπίτι έπεσε στον καναπέ και κοιτούσε τους τοίχους σαν χαμένο, ήθελε να βγάλει κάτι υγρό σαν παράπονο αλλά δεν έβρισκε το λόγο , στέρεψαν όλα μέσα του μετά από τόσες μέρες, μετά ένιωσε να τον φιλάνε στο μέτωπο και να τον σκεπάζουν , μετά άνοιξε πάλι τα μάτια του, είδε να του χαμογελούν, είδε πως επιτέλους δεν ήταν μέσα στο 301, χαμογέλασε κι αυτός και ξαναχάθηκε εξαντλημένος …
Τρία χρόνια μετά τον ρώτησα αν στ’ αλήθεια πίστεψε – έστω για μια στιγμή- πως πέθαινε τότε. “Φυσικά”, είπε, “κάθε μέρα αυτό πίστευα αλλά κάτι έλεγε μέσα μου πως δεν ήρθε ακόμη ο καιρός. Όχι τόσο αδέξια, όχι τόσο ηλίθια, όχι έτσι σιωπηλά. Αφού την ξέρεις τη μεγαλομανία που με δέρνει”, συμπλήρωσε. ” Όχι να γράψει ο Τόμας Μαν τα δικά του και να μην προλάβω εγώ να γράψω λέξη για το 301 στο βλογ κάνοντας , τουλάχιστον, απόσβεση στον πόνο”….

Feed