
Θόλωσαν τα μάτια μου από τους παρεγγεγραμμένους κύκλους και τα παράκεντρα, βρόντηξα τα βιβλία , είδα στο ρολόι πως είχα ακόμη ένα ολόκληρο μισάωρο ελεύθερο πριν ξεκινήσω για το φροντιστήριο. Βαριόμουν ακόμη και να κυλιστώ στο κρεβάτι περιμένοντας την ώρα. Πήγα ως τη βιβλιοθήκη κι άρχισα να σκαλίζω τους δίσκους του, έπιασα δυό τρεις πιο προσεκτικά κι από τα δυό κρυστάλλινα ποτήρια που μου ‘δωσε η μάνα μου να τα βάλω προχτές πίσω στη θέση του και τους γάμησα το κέρατο , ώρες ήταν να με δει ο άλλος τώρα να βάζω χέρι στα φετίχ του χωρίς τον απαιτούμενο σεβασμό και να με κράζει μέχρι να φύγω.
Τον είδα να σηκώνεται και να ‘ρχεται προς το μέρος μου. Μια ζωή ο ίδιος ρε γαμώτο, να είναι δίπλα μπάστακας , φαντάζομαι για να δει μην τυχόν και του μαγαρίσω τα εξώφυλλα , μη του αλλάξω τη σειρά που τα είχε βαλμένα , θαρρείς και βρήκε ποτέ ώρα να τα ακούσει όταν λείπει δεκαπέντε ώρες απ’το σπίτι. Με παρατηρούσε και δεν μίλαγε , περίμενε να κάνω κάτι στραβό για να αρχίσει ξανά το “μα σου το ‘χω πει χίλιες φορές …” . Ποιες χίλιες ; Πού τη βρήκες άνθρωπέ μου την ώρα για τις χίλιες ; Πέρασαν πέντε λεπτά και τα μάτια του ήταν ακόμη καρφωμένα πάνω στο σβέρκο μου και τον έκαιγαν.
Δεν το άντεχα αυτό, γύρισα και του είπα “ Όταν βρούμε καμιά ώρα, θέλω να με βοηθήσεις να φτιάξω ένα σιντί με κάποια από τούτα. Διάλεξε εσύ ο,τι νομίζεις, βάλε να τα ακούω και θα σου κάνω νόημα όπως στις αρένες : να ζήσει-να πεθάνει , οκ ;”.
To βλέμμα του ήταν απορημένο και τρύπιο , θαρρείς και μόλις του είχα πει πως θα περάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας διαλέγοντας παρέα τραγουδάκια που αυτός άκουγε όταν ήταν – ήταν ; - δεκαοχτώ και είκοσι αλλά εγώ χέστηκα για τα τραγουδάκια όταν ούτε το “μαζί για μισή ώρα” δεν μπορεί πια να μου δώσει, απορώ πως με κράταγε στα χέρια του με τις ώρες όταν ήμουν ένα τόσο δα σκατό που δεν καταλάβαινε τίποτε, πού τον είχε κρυμμένο το χρόνο τότε ;
Tσάμπα μιλάω, σκέφτηκα, και πήρα το δρόμο για το δωμάτιο, θα έφευγα τώρα κι ας ήθελε είκοσι λεπτά ακόμη να περάσει να με πάρει ο Αντρέας. Την ώρα που τον προσπέρασα είπε με μια φωνή κουρασμένη “όποτε θέλεις , όποτε θέλεις “ και μετά σιωπή. Την ήξερα αυτή τη σιωπή, γέμιζε το σπίτι μ’ αυτήν είτε ήταν εδώ είτε έλειπε. Σαν να ήθελε πάντα κάτι ακόμη να πει αλλά κι αυτή τον έκανε πάντα ο,τι ήθελε.
Πήρα την τσάντα στον ώμο, άνοιξα την πόρτα , βγήκα στο διάδρομο, πάτησα το κουμπί στο ασανσέρ…δεν του μίλησα, δεν μου μίλησε, έμεινε πίσω να κοιτάζει τους δίσκους του σα χαμένος.
Δεν ξέρω αν πρέπει να λυπάμαι όταν σκέφτομαι “επιτέλους μόνος”. Aυτός όμως μπορεί και να χαίρεται….

Feed