- Tι κάνουν εκείνοι στο 4 ;

 

- Απ’ ότι κατάλαβα , αυτός νομίζει ότι έμεινε μόνος κι αυτή πιστεύει ότι έφυγε.

 

- Δεν είσαι σίγουρη όμως

 

- Σάμπως είναι αυτοί ; πάμε μέσα να σου δώσω τα χάπια σου τώρα ; με περιμένουν κι αλλού…

 

 

 

 

photo : Johan Willner

 

Comments 2 σχόλια »

room 4

Nα σας πω δυό λόγια γι αυτήν.

 

Δεν ξέρει τι γίνεται εδώ μέσα.

Ούτε για λίθιο άκουσε, ούτε για την αλοπεριδόλη ξέρει, ούτε για το πόσο άσχημο άσπρο μυρίζει το ταβάνι και τι υγρασία ξερνάει το στρώμα. Τίποτε από αυτά δεν ξέρει. Το μόνο που ξέρει -όπως όλοι οι απ’ έξω- είναι πως δεν θέλει από κανέναν βοήθεια, γιατί κανέναν δεν έχουν ανάγκη -λένε-.

 

Κι εγώ , καμιά βοήθεια δεν θέλω εδώ μέσα. Γιατί ξέχασα τώρα. Αν με βοηθήσουν θα ξαναθυμηθώ · κι αν θυμηθώ ούτε έξω από το τζάμι θα θελήσω να ξαναδώ ποτέ.

 

Ούτε να ‘ρθει κανείς να με δει θέλω. Δεν θέλω ν’ αντικρίσω τα χάλια τους. Ποτέ ξανά. Εδώ θα μείνω, που με νοιάζονται και με προσέχουν , εδώ ,  με το μικρό πλαστικό ποτηράκι που κρύβει μέσα τους χρωματιστούς μου φίλους που  μ’ αγαπάνε και με αφήνουν να κοιμάμαι τις μέρες. Τις νύχτες δεν κοιμάμαι, κάνω μαζί τους βόλτες έξω απ’ το μυαλό μου και τριγυρίζω και ψάχνω. Τι ψάχνω δεν θυμάμαι. Γιατί ξέχασα τώρα. Μάλλον το ξέρει αυτή απ΄ έξω που την βλέπω συχνά αλλά δεν της μιλάω γιατί δεν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Από δω μέσα κάθομαι και την κοιτάζω κρυφά γιατί κάποιαν μου θυμίζει που δεν ξέρω. Αυτή ούτε που γυρίζει προς τα δω μα δεν την λυπάμαι. Τα ήθελε και τα ‘παθε, ας ζήσει μόνη της τώρα, παρέα με τους καινούριους φίλους της εκεί έξω. Ας την νοιαστούν αυτοί από δω και μπρος κι ας μιλάει μαζί τους αφού έτσι το θέλησε. «Θα έρθω» θυμάμαι πως της είπα πίσω από το τζάμι, μα αυτή έκανε πως δεν άκουσε. Δεν ήθελα να τρέχω στο κατόπι της μα ούτε και να μείνω πίσω. Και έφυγα. Ή πρόλαβε και «έφυγε» αυτή, δεν θυμάμαι καλά.

 

Σε λίγο καιρό θα ζητήσω να βάψουν το τζάμι άσπρο. Ούτε να την βλέπω θέλω. Ποιά είναι ; Δεν μοιάζει μ’ αυτήν  που ήξερα και δεν θέλω καινούριες γνωριμίες τώρα πια…καιρός να ξεκουραστώ. Της το ‘χα πει. «Θα έρθω». Μόνο αυτό θυμάμαι. Αν είχε λίγη υπομονή, ίσως ταξιδεύαμε μαζί. Τώρα ας ταξιδεύει πίσω από το τζάμι μόνη  της. Εγώ δεν μπορώ  να φύγω από δω.

 

photo : Johan Willner

 

 

Comments 5 σχόλια »

Nα σας πω δυό λόγια γι αυτόν.

 

Δεν ξέρει τι γίνεται εδώ έξω.

Ούτε για έντεκα μισθούς άκουσε, ούτε για τη βενζίνη στα δυο ευρώ, ούτε για σύνταξη στα εβδομήντα, ούτε για φτωχούς και πιο φτωχούς. Τίποτε από αυτά δεν ξέρει.

Ούτε το «ακόμη χρωστάμε» του λέει κάτι. Δεν έχει πια και τίποτε να δώσει για να νιώσει περήφανος και χρήσιμος, ούτε βρίσκει κανέναν στο δρόμο για να τον πιάσει και να του πει «να, πάρε από τα λιγοστά δικά μου, πάρε γιατί σε νοιάζομαι». Κανείς δεν θα τον πιστέψει άλλωστε , αφού δεν θα βγει ποτέ ξανά στο δρόμο.

 

Ούτε να τον βοηθήσουν θέλει. Γιατί ξέχασε τώρα. Αν τον βοηθήσουν θα ξαναθυμηθεί · κι αν θυμηθεί ούτε το λίθιο ούτε η αλοπεριδόλη θα καταδεχτούν να μείνουν κοντά του.

 

Ούτε να ‘ρθει κανείς να τον δει θέλει. Όχι στο χάλι αυτό. Ποτέ ξανά. Εδώ θα μείνει, που τον νοιάζονται και τον προσέχουν , εδώ ,  με το μικρό πλαστικό ποτηράκι που κρύβει μέσα του τους χρωματιστούς φίλους του που τον αγαπάνε και τον αφήνουν να κοιμάται τις μέρες. Τις νύχτες δεν κοιμάται, κάνει βόλτες έξω απ’ το μυαλό του και τριγυρίζει και ψάχνει. Τι ψάχνει δεν θυμάται. Γιατί ξέχασε τώρα. Το ξέρω εγώ που τον βλέπω συχνά αλλά δεν του μιλάω γι αυτά που έχει ξεχάσει. Γιατί δεν μπαίνω μέσα στο δωμάτιο. Από δω έξω κάθομαι και τον κοιτάζω. Αυτός ούτε που γυρίζει προς τα δω μα δεν τον λυπάμαι. Τα ήθελε και τα ‘παθε, ας ζήσει μόνος του τώρα, παρέα με τους καινούριους φίλους του. Ας τον νοιαστούν αυτοί από δω και μπρος κι ας μιλάει μαζί τους τα βράδια αφού έτσι το θέλησε. «Περίμενε» του είπα μα αυτός ζήταγε από χτες να μάθει τι θα ξημερώσει αύριο. Δεν ήθελα να τρέχω από πίσω του μα ούτε κι αυτόν ουρά μου. Και έφυγα. Ή πρόλαβε και «έφυγε» αυτός, δεν θυμάμαι καλά. Ώρες είναι να ξέχασα κι εγώ.

 

Σε λίγο καιρό θα ζητήσω να βάψουν το τζάμι άσπρο. Ούτε να τον βλέπω θέλω. Δεν είναι αυτός που ήξερα και δεν θέλω καινούριες γνωριμίες τώρα πια…καιρός να γυρίσω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα. Του το ‘χα πει. Αν είχε λίγη υπομονή, ίσως ταξιδεύαμε μαζί. Τώρα ας ταξιδεύει μόνος του.

 

 

photo : Johan Willner

 

 

Comments 5 σχόλια »

(για αδιευκρίνιστους -προς το παρόν- και ανεξιχνίαστους -μελλοντικά- λόγους αν και το πιθανότερο είναι πως και μόνο με τη σκέψη πως πρέπει να βάλω σε μια σειρά διακόσιες λέξεις, εξαντλήθηκα)

 

 

 

photo : Johan Willner

 

 

Comments 11 σχόλια »

Μακράν, πολύ μακράν η καλύτερη εκδοχή. Η κατά Cake άποψη ήταν περισσότερο κυνική από όσο -νόμιζα πως- άντεχα και όταν προσπαθούσα να ψευτοτραγουδήσω την  πρωτότυπη γέμιζε το στόμα μου με φτερά, πούπουλα και στρας.

 

Η συνταγή είναι σατανικά πολύπλοκη στην απλότητά της : παίρνεις έναν λίγο gay, λίγο λα λα , λίγο «βάλτε τώρα που γυρίζει» ύμνο και τον αφήνεις γυμνό  για να αποκαλυφθεί στην πραγματική του διάσταση.

 

Το σημείο όπου ο Stipe λέει «δεν ξέρω τα στιχάκια παρακάτω» είναι θεμελιώδες για την κατανόηση του τι ακριβώς το «I will survive» αντιπροσωπεύει όταν του βγάλεις τα φτιασίδια :  την παραδοχή του όταν αυτός, αυτή, τα μυστήρια, δεν ξέρω ποιός, φύγει, δεν έχεις πια λόγια. Και να έχεις, άχρηστα είναι.

 

Κοίτα να δεις…τριανταδύο χρόνια ολόκληρα για να βρεις μια μετάφραση της προκοπής…

 

 

(η μούφα κεντρική ιδέα του ποστ είναι –ελπίζω- εμφανής, όσοι μισθοί κι αν μας αποχαιρετήσουν θα επιζήσουμε, όχι live αλλά survive, άν το ξαναπώ πενήντα φορές μπορεί να χαλαρώσω και να το πιστέψω)

 

 

 

 

Comments 7 σχόλια »

DSC02513

ωραίοι είναι οι άδειοι δρόμοι  παρέα με ζαχαρωμένα τραγουδάκια τα βράδια , για να ξεχνάμε λίγο τι μας περιμένει  © ®

 

 

(αρκεί να μη πέσεις πάνω στον boogeyman , στον candyman ή σε κανένα αδέσποτο και λυσσασμένο ΦΠΑ)

 

 

 

 

 

 

 

Comments 4 σχόλια »

Θεέ των μέτριων ανθρώπων, δώσε μου φώτιση να σκεφτώ κάτι ανατριχιαστικά έξυπνο, ειρωνικό και αποστομωτικά ισοπεδωτικό που δεν έχει ακόμη γραφτεί για τη Γερμανία και τους Γερμανούς (περιττολογία, αν γράψεις για τη Γερμανία θα γράψεις για τους Γερμανούς, όχι για τους Νεπαλέζους).

 

Eλπίζω μόνο όταν ανάψεις το διακόπτη και θαφτώ ζωντανός κάτω απο τον χείμαρρο της έμπνευσης να μη κοπεί η σύνδεση και δεν έχω να μοιραστώ με κανέναν άλλον τους εντελώς πρωτότυπους και γελαστερούς υπότιτλους που θα χώσω όσο πιο βίαια μπορώ (χωρίς λιπαντικό) κάτω απ’ τα λόγια του Bruno Ganz, συνεισφέροντας -με τις πτωχές μου δυνάμεις- ακόμη ένα πετραδάκι στο κολοσσαίο οικοδόμημα «one of a kind video art».

 

Αν ήξερε ο Ganz τι τραγική μοίρα τον περίμενε, θα προτιμούσε -φαντάζομαι- να μείνει για πάντα σκαρφαλωμένος με φτερά και πούπουλα κάπου πάνω απ΄ το Βερολίνο.

 

 

 

(οι Malory ξεπετάχτηκαν πριν δεκαπέντε χρόνια από τα πέριξ της Δρέσδης , εμένα μια χαρά παιδιά μου φαίνονται)

 

 

Comments 9 σχόλια »

Ήμουν στο δρόμο για τη δουλειά  -ναι, κόφτε το, το ξέρω πως είμαι προνομιούχος- όταν διασταυρώθηκα με καμιά πενηνταριά ακτιβιστές του ΠΑΜΕ. Η λέξη «ακτιβιστές» δεν περιέχει το παραμικρό ψήγμα ειρωνίας, απλά δεν δικαιούμαι να χρησιμοποιήσω το «συντρόφους» , το «αγωνιστές» μου φαίνεται απρέπεια προς τον Γιώργο Ανατολάκη και το «μέλη» μου φέρνει σε τραπέζι ανατομίας, οπότε ακτιβιστές και έκλεισε το deal. Δεν έχει σημασία το ότι ήταν του ΠΑΜΕ, θα μπορούσαν να είναι του ΣΥΡΙΖΑ - ντρέπομαι αλλά δεν ξέρω την ονομασία του αγωνιστικού τους τμήματος-  ή καμιάς ΠΑΣΚΕ αν υποθέσουμε πως υπάρχει τέτοιο πράγμα. Για το αγωνιστικό τμήμα του ΛΑΟΣ δεν κάνω νύξη, αυτοί είναι καλύτερα εκπαιδευμένοι κι από τους SWAD και θα έχω φριχτά ξεμπερδέματα. Οι πρώην κυβερνήτες έχουν να ασχοληθούν με τις κατεβασμένες μουτράκλες της Ντόρας που είναι ακόμη ξινισμένη, ποιος τους χέζει τους αγώνες τώρα..

 

Τι ήθελα να γρ…α , οκ , θυμήθηκα…

 

Είχαν λοιπόν αποκλείσει με πλακάτ, πανώ και σώματα την Δ.Ο.Υ. Γιατί διάλεξαν την Δ.Ο.Υ. δεν ξέρω, θα μπορούσαν -σκέφτηκα- να αποκλείσουν καμιά δεκαριά εκκλησίες, το μητροπολιτικό μέγαρο, πεντέξη τράπεζες , τα ιατρεία δυο-τριών μεγαλογιατρών που όλοι στη μικρή μας πόλη ξέρουν ξέρουν πως δηλώνουν στην Εφορία λιγότερα κι από το κοριτσάκι με τα σπίρτα , έχω υπόψη μου και μερικούς δικηγόρους που πένονται με χίλια ευρώ το μήνα φορώντας παλτό και κοστούμια που κοστίζουν όσο τα γερμανικά σεντάν, τα οποία και – παρεμπιπτόντως- είναι το δεύτερο φετίχ τους , μετά τις αγορεύσεις τους. Βιομήχανους δεν έχουμε στην πόλη για να τους απαγάγουν και να ζητήσουν μετά λύτρα για να τα μοιράσουν στους πτωχούς, άλλωστε ακτιβισμός α-λα Robin Hood δεν μπορεί να ευδοκιμήσει εδώ γιατί όσα δάση είχαμε τα κάναμε κάρβουνο. Κάτι δευτεράντζες βιοτέχνες έχουμε που Παρασκευές και Σάββατα ξημερώνονται σε ακόμη πιο δευτεράντζες μπουζουκλερί πετώντας ψόφια γαρύφαλλα ανάμεσα σε πλαστικά βυζιά αλλά σε τελική ανάλυση all work and no play makes Jack a dull boy , μη τα θέλουμε μονά-ζυγά δικά μας, στο φινάλε ας απαγάγουν τις τραγουδιάρες. Με τέτοιες φωνές ούτε η μάνα τους θα πληρώσει λύτρα.

 

Ένας ΠΑΜίτης λοιπόν (ξεχνιέμαι γαμώτο, παρασύρομαι συνέχεια) μοίραζε προκηρύξεις σε κάθε αυτοκίνητο που περνούσε από μπρος του. Έδωσε και σε λεωφορείο, έδωσε και σε ένα φορτηγό γεμάτο μπάζα , έδωσε και σε ένα γαλατάδικο που είχε αδειάσει εκεί απέναντι πέντε τελάρα με γιαούρτια, το ossetra των συνταξιούχων. Όταν ήρθε η σειρά μου, πάτησα το κουμπί για να ανοίξει το παράθυρο -ε ναι, ηλεκτρικό έχω, ελπίζω μη διαβάζει ο Γ.Α.Π. ο Βου τώρα που πήρε φόρα- και άπλωσα το χέρι.

 

Ο ΠΑΜίτης με προσπέρασε!!!

Με αγνόησε!!!

Πιο επιδεικτικά δεν γινόταν!!!

 

Πάτησα πιο αποφασιστικά το κουμπί και έβγαλα έξω το κεφάλι μου. Πρέπει να ανέβασα πίεση 17. Δεν ήμουν αόρατος ρε πούστη μου, δεν είμαι φάντασμα, πριν πέντε λεπτά είχα αγοράσει δυο τυρόπιτες και ο τυροπιτάς ζήτησε λεφτά, άρα με είδε να τις παίρνω.

 

«Για μένα δεν έχει προκήρυξη;» , ρώτησα με φωνή που έτρεμε από θυμό και απόρριψη.

 

Γύρισε και με κοίταξε. Για την ακρίβεια όχι εμένα, το φρεσκοπλυμένο αυτοκίνητο που γυάλιζε έβλεπε. Με περιφρόνηση, οίκτο, βδελυγμία.

 

«Όχι» είπε «τέλειωσαν».

 

Τέτοια απογοήτευση είχα να νιώσω από τη μέρα που στήθηκα στην ουρά μιάμιση ώρα για να αγοράσω το τελευταίο μοντέλο της LV στην παγκόσμια πρεμιέρα του και ένας μαλακισμένος μογγόλος (ή γιαπωνέζος, δεν ζήτησα και ταυτότητα) ακριβώς μπροστά μου πήρε τα δυο τελευταία λάφυρα και μ΄ άφησε με τα απολειφάδια της περασμένης σαιζόν. Φυσικά έφυγα με τα χέρια άδεια, αν είναι να το κάνεις, καν’το σωστά. Πήρα δυο macarons από το Ladurée και στάνιαρα.

 

Το πήρα απόφαση. Οι μέρες είναι δύσκολες, πόλεμο έχουμε, το είπε και ο Γ.Α.Π. ο Βου. Δεν ξαναμπαίνω σε Skoda. Κι αν μπω θα είναι μόνο σε ταξί. Από την ώρα που και τα τσέχικα μπήκαν στο μάτι της Αλέκας, καλύτερα με τα πόδια. Ή με ποδήλατο. Και να θυμηθώ όταν γυρίσω σπίτι να βάψω με σπρέι ένα κίτρινο X στην πόρτα της χοντρής στον πρώτο,  που το καλοκαίρι ξέρω ότι λιαζόταν δυο βδομάδες στη Μύκονο και άλλο ένα πιο μεγάλο Χ στην πόρτα και στο θυροτηλέφωνο της από πάνω που έκανε trekking πέρυσι το φτηνόπωρο στο Μεξικό με πινακολάδες και μαργαρίτες. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, η χοντρή πήγε και μια βδομάδα Λονδίνο τα Χριστούγεννα και πηγαινοέρχεται στο γαλατά απέναντι με σακούλα Harrods για να βάζει μέσα τους γιουφκάδες και τα κωλόχαρτα, το ξίπασμα. Σήμερα το βράδυ θα σκαρφαλώσω στο μπαλκόνι της και θα κρεμάσω ένα Χ κι εκεί.  Φωτεινό. Κι ένα βέλος, σαν αυτά που βάζουν στους δρόμους όταν ξαναφτιάχνουν την άσφαλτο που παρέδωσαν – και πληρώθηκαν οι ρουφιάνοι- τρεις βδομάδες πριν. Πολύ φωτεινό αυτό. Για να ξέρουν όλοι και μη ψάχνουν την πόρτα της χοντρής όταν έρθει η ώρα.

 

Πό-λε-μο. Αμείλικτο. Αφού δεν μπορώ να κάνω κομμάτια τον γάϊδαρο, θα πληρώσει μετρητοίς για όλα ο κώλος της χοντρής. Σαμαρωμένος ή ξεσαμάρωτος.

 

Εγώ ;

 

Εγώ ελπίζω να τη βολέψω.

 

 

Update : ξέχασα και δυο λεβέντες της πολεοδομίας, έναν δημοτικό σύμβουλο ….αν είναι να το κάνω, να το κάνω σωστά

 

Update II :  έναν μεγαλοχασάπη , τρεις δημόσιους λειτουργούς ιδωτικών συμφερόντων , καμιά εξηνταριά καθηγητές με διπλοβάρδιες Λύκειο-σπίτια….ποιός Αρτέμης Μάτσας…

 

Update III : να μη ξεχάσω να υπογράψω Δήλωση πως «δεν είμαι αστός»…καλύτερα δηλωσίας παρά νεκρός (διάβασα μερικά «να πεθάνουν οι αστοί» σήμερα και σκιάχτηκα)

 

 

Comments 18 σχόλια »

(μια 101% πραγματική & αντρική ιστορία)

 

 

Στον τελευταίο πραγματικά συγκλονιστικό τελικό που έχω ευλαβικά φυλαγμένο στο σκληρό και σε τριπλό backup , είχα κατέβει στο γήπεδο με τα πόδια πουά απ’ τα κουνούπια και τα χέρια γεμάτα με κρύους κεφτέδες πάνω σε μια φέτα αληθινό ψωμί.

 

Κόντευε έξη.

Βαθύς Ιούλιος.

 

-«Δεν πιστεύω να θες να παίξεις έτσι» , μουρμούρισε ο εκλέκτορας της γειτονιάς.

-«Η μάνα μου είπε πως αν δεν φάω τρεις κεφτέδες θα με κρατήσει κλειδωμένο μέσα όλο το καλοκαίρι» , γκρίνιαξα.

-«Πες τότε της μάνας σου να ’ρθει να μαρκάρει το Ντεμέλο, φτου σου ρε Μοίρη, είσαι εντελώς μαμάκιας,απορώ γιατί σε βάζω μέσα».

 

Απορούσα κι εγώ , μέχρι που τα χαρτάκια του αδερφού μου με το Γονιό , τον Κεφαλίδη και τον Παμπουλή από εκατό γίναν πενήντα , τριάντα , είκοσι. Στοίχιζε ακριβά μια θέση στην ομάδα της Κοραή & Αγίας Λαύρας αλλά χαλάλι. Η μούρη μου είχε υψηλή αξία μεταπώλησης. Αντίθετα η υπόληψή μου ως αδερφού είχε προ πολλού πιάσει πάτο.

 

Ντεμέλο !

To όνομα θρύλος της Δυτικής Ξάνθης ( στην ανατολική , την παλιά πόλη , είχε μόνο Αχμέτ και Ερόλ και Ερντίλ , τότε τουρκάκια , μετά μουσουλμανάκια , σήμερα ξανά τουρκάκια αλλά πάντα Αχμέτ , Ερόλ και Ερντίλ ).

Ξανθομπάμπουρας ετών δώδεκα , ύψος οριακά διακριτό στην αλάνα , μάτι Kill Bill & Gates μαζί ( το είδα αργότερα πολλές φορές στο σινεμά να το φοράνε άλλοι ) , αριστερό πόδι που κάρφωνε πρόκες ξυπόλητο , στόμα που όταν -σπάνια- άνοιγε έκανε τις μανάδες μας να σταυροκοπιούνται και να φτύνουν μέσα απ τις ανοιχτές ρόμπες τον ιδρωμένο κόρφο τους : «μακριά από αυτόν γιατί θα σου κόψω τα πόδια , κατάλαβες κακομοίρη μου ;»

 

Όσο πιο μακριά του μας έδιωχναν , τόσο πιο πολύ θέλαμε να του μοιάσουμε. Όλα τα είχε το τσογλάνι. Διακόσα κιλά μπάλα ήξερε , παπούτσια με τάπες φόραγε , ωραία μακριά ξανθά μαλλιά είχε ενώ εμείς προβάραμε το κούρεμα του κυρίου (Θεός σχωρεσ’ τον) Γεωργίου I. Μπούρα : σβέρκος νεκρή γη , τρεις πόντοι μπρος ίσα για να μην αυτοκτονήσει η χτένα-και που να ‘ξερε τι την περίμενε-.

 

Ερχόταν πάντα με πεντέξι αυλικούς του που μας πρόγκαγαν κάθε φορά που τρώγαμε χύμα μέχρι που έκλεινε στο τέλος ο λαιμός τους. Γιατί ο σκοπός του δεν ήταν να κερδίσει μόνο. Ooooχι ! Ήταν να μας κάνει να πέσουμε στο χώμα εκλιπαρώντας τον να φύγει, να τσακιστεί να γυρίσει τρεις δρόμους παρακάτω στη γειτονιά του , να τριπλάρει εκεί μπαϊλντισμένες από τη ζέστη γιαγιάδες , φρεσκοβρεμένες σκάλες , πατημένα μούρα , φρικαρισμένες γάτες , ντενεκέδες με καρπουζόφλουδες και κασόνια με γκαζόζες Εσπέρια μέχρι να πέσει λιπόθυμος , να τον μαζέψει ο Γιάννος ο Ντελής ή ο φριχτός Γαλόπουλος και να μην ξανακούσουμε ποτέ ξανά γι αυτόν.

 

Χρόνια μετά μάθαμε πως αυτό που μας έκανε να υπομένουμε τα μαρτύρια και τον εξευτελισμό ήταν από τότε κατοχυρωμένο ως μαζοχισμός . Στα δεκατρία μας όμως , η μόνη γνωστή λέξη ήταν «εκδίκηση». Περιμέναμε καρτερικά τη μια και μόνη φορά που θα έφευγε με το κεφάλι κάτω , τα γόνατα να στάζουν αίμα , το ξανθό μαλλί γεμάτο ιδρώτα και χώμα , και γέλια , πολλά γέλια , μαχαίρι σκέτο πίσω απ την πλάτη του. Την περιμέναμε αυτή τη μέρα αλλά ποτέ δεν ήρθε.

 

Τη μέρα του μεγάλου τελικού , αυτός που έπρεπε να πιει το πικρό ποτήρι ήμουν εγώ. Ο Σωτηράκης , που συνήθως ήταν το θύμα του Ντεμέλο , είχε πάει εκείνο το απόγευμα να δει τη μάνα του στο νοσοκομείο.

 

-«Ζήτησε να με δει ρε σεις» , μας είχε πει σχεδόν ένοχα. «Δέκα μέρες είναι μέσα και δεν ήθελα να πάω αλλά τώρα με ζήτησε , δεν γίνεται να παίξουμε μιαν ώρα αργότερα ;»

 

Δεν γινόταν. Πριν νυχτώσει , ο χοντρός θα πήγαινε να δει Ξανθόπουλο στο Όσκαρ κι ο Ανεστάκος στις οκτώ θα έπρεπε να βοηθήσει τον μπαμπά του να φτιάξει πάγο για αύριο.

 

-«Να πας» , είπε εμφατικά ο εκλέκτορας. «Αν προλάβεις και γυρίσεις θα μπεις κι εσύ να βοηθήσεις τον Μοίρη , αν στο μεταξύ δεν τον φωνάξει σπίτι η μάνα του».

 

Πληγώθηκα αλλά δεν μίλησα. Με τέσσερα χαρτάκια ακόμη , Μπέλλη , Συμιγδαλά, Κεραμιδά και Βερόν , θα εξασφάλιζα πως δεν θα με ξαναξεφτέλιζε δημόσια.

 

Ο Σωτηράκης έφυγε.

( Τα κλισέ της γραφής λένε πως εδώ πρέπει να μπει : Ο Ντεμέλο ήρθε! )

 

Δεν είχε τελειώσει ο τρίτος κεφτές ακόμη όταν έφαγα την πρώτη τρίπλα. Ξαναγύρισε και μου ’ριξε και δεύτερη. Ο Θωμάς ο χοντρός άφρισε : «βλέπε τη μπάλα ρε , δώσε τον κεφτέ να τον κρατάω εγώ , πέντε γκολ θα φάμε μέχρι να τον τελειώσεις».

Κεφτέ ο χοντρός δεν θα βλεπε από μένα. Μου το ‘χε πει η μάνα μου : «και κοίτα μη τους κάνεις διανομή τους κεφτέδες , τα χάλια σου δες , κώλος δεν υπάρχει μέσα στο παντελόνι».

 

Σε ένα τέταρτο τρώγαμε πέντε. Δε λέω , θυμάμαι ακόμη και σήμερα πως στα τρία έφταιγα εγώ που έχασα ως και τη σκιά του Ντεμέλο αλλά το ψωμί μου το τέλειωσα μέχρι το τελευταίο ψίχουλο.

Εφτά η ώρα και τα κεφάλια βάραιναν. Για κάθε ένα που βάζαμε τρώγαμε τρία. Το ξανθό μαλλί εκεί , αγέρωχο στη θέση του , μετά από χρόνια είδα το ίδιο στην τηλεόραση να το φοράει κι ο Μπατιστούτα αλλά – σας το ορκίζομαι – Ντεμέλο δεν είδα άλλον όσα χρόνια και να πέρασαν από τότε.

Ίσως να φταίει το ότι τα πράγματα είναι αλλιώς στο γυαλί , ίσως ότι άλλη γεύση έχει το φαγητό μέσα στο γήπεδο , μπορεί να είναι και το ότι εκεί στη χαράδρα που περνάγαμε για να φτάσουμε στο γήπεδο που τσακίζαμε γόνατα και ανοίγαμε μύτες πέσαν μπάζα και σηκώθηκε εδώ και χρόνια το σχολείο που πάνε τα παιδιά μου.

Ίσως όμως να ναι και η εικόνα του Σωτηράκη που κατέβαινε απ΄το νοσοκομείο σκασμένος στο κλάμα την ώρα που τα μαζεύαμε για επιστροφή.

 

-«Τι έγινε ρε ;» μας πρόλαβε ο εκλέκτορας , «τι κάνει η κυρία Μαίρη ;»

-«Πάει η μαμά μου ρε σεις , πάει…»

 

Πέσαμε όλοι δέκα χιλιόμετρα βαθιά στη χαράδρα .Νιώθω πως μέχρι και σήμερα πάτο δεν βρήκαμε.

 

Τι πάει να πει «πάει»;

Πού «πάει» ;

Πώς «πάνε» δηλαδή οι μανάδες όταν είσαι δεκατρία ;

 

Το χώμα από κάτω μας έγινε μέσα σε μια στιγμή αφιλόξενο , άγριο κι ανεπιθύμητο.

Κουβέντα δεν ακούστηκε , ήθελα να πάω σε μια γωνιά να βγάλω από μέσα μου τους κεφτέδες , ο Ανεστάκος ζωγράφιζε με το δάχτυλο κυκλάκια στο χώμα κι άφησε τον πάγο στο σπίτι να λιώνει , ο χοντρός κυνηγούσε φανταστικά κουνούπια μπρος στα μάτια του , ο Τάσος πήγε να μαζέψει τη μπάλα με βήματα που φαινόταν ατέλειωτα , ο Ντεμέλο βρισκόταν ήδη τρεις γειτονιές πιο κάτω.

 

Αλλά κανείς μας δε μίλησε.

Κανείς.

Εκτός απ το Σωτηράκη.

 

-«Τι έγινε ρε σεις ; τι κάναμε σήμερα ;»

 

 

 

 

 

Με όλη μου την αγάπη στους αιώνιους κυπελλούχους Σωτηράκη, Χοντρό, Τάσο, Ανεστάκο, Τσικολή, Σπίθα, στον μικρό μου αδερφό που έμαθε- τόσα χρόνια αργότερα-πού επενδύθηκαν τα χαρτάκια του. Στον Δημήτρη τον «γρανίτη» που πρόλαβε και μας την έκανε ο μπαγάσας νωρίς και στον άλλον τον Δημήτρη που βιάστηκε κι αυτός να του κάνει παρέα προχτές…

 

 

 

 

* πρεμιέρα 6 Ιουλίου 2006 στο Sport24, θαρρείς και πέρασε ένας αιώνας από τότε

 

 

 

 

Comments 20 σχόλια »

Την Κυριακή θάψαμε έναν συμμαθητή. Το χαρτί έγραφε «ετών 49». Την ώρα που άναβα το κερί και τον κοίταζα ήμουν σίγουρος πως μπήκα σε άλλο σπίτι. Σε λάθος κηδεία. Στο σωστό ήμουν όμως. Δεν έδωσα το χέρι μου στη μάνα του. Δεν ήθελα να τη διακόψω γιατί κάτι του ψιθύριζε και του σκούπιζε το μέτωπο. Δεν ξέρω τι του έλεγε. Κι ούτε θέλω να μάθω. Ούτε στη γυναίκα του μίλησα. Ο,τι λέξη ήξερα την ξέχασα. Τον γιο του τον ρώτησα «εσύ είσαι ο μεγάλος;». Mεγαλώνουν γρήγορα κι αλλάζουν. Μου απάντησε αλλά δεν είπα τίποτε. Έκανα μεταβολή. Το ασανσέρ έκανε ένα εκατομμύριο χρόνια να κατέβει στο ισόγειο. Χρειαζόμουν αέρα γιατί ήμουν σίγουρος πως είχα μπει σε άλλο σπίτι. Σε λάθος κηδεία. Ανάμεσα στα στεφάνια βρεθήκαμε κι άλλοι «ετών 49». Ζήτησα ένα τσιγάρο αλλά δεν το πήρα όταν μου το έδωσαν. Δεν θυμάμαι να είπαμε και πολλά. Ούτε στην εκκλησία είπαμε. Έφυγα γρήγορα, μόνος. Στο νεκροταφείο δεν πήγα γιατί ήξερα πως αν φτάσεις ως εκεί δεν μπορεί να λάθεψες στο μέρος. Στο σπίτι ανέβηκα με τα πόδια, είχε ήλιο και ένα φρέσκο αεράκι. Παράξενο όμως. Με τέτοιο βάρος στην πλάτη, με ξεχειλωμένο ΦΠΑ, με καθυστερημένους λογαριασμούς, με παχύσαρκες πιστωτικές κάρτες, με φροντιστήρια σε αναμονή, με απλήρωτα κοινόχρηστα, με ανθρωποφάγα δάνεια και παρ’ όλα αυτά ένιωθα ελαφρύς. Ούτε σαράντα κιλά. Όσο κι εκείνος.

 

 

 

Comments 18 σχόλια »