δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία fairytales

Νομίζω πως ένα από τα τελευταία τρυφερά απομεινάρια που μπορεί κανείς να βρει ξεχασμένα μέσα του είναι η λαχτάρα να χαρίσει ή να δεχτεί δυο τρία λουλούδια…έχω ακούσει παλιές ιστορίες για κάποιον τσιφούτη που σκάλιζε σκουπίδια ψάχνοντας μερικά πεθαμένα τριαντάφυλλα αφού ποτέ δεν άπλωσε το χέρι του όσο ήταν καιρός για να δώσει σε ένα άλλο χέρι κάποιο ζωντανό, μου είπαν και για μια γριά που μέχρι τη νύχτα που πέθανε κοιμόταν με κλειστές κουρτίνες μέρα-νύχτα πάνω σε ένα στρώμα από παμπάλαιες ντάλιες, τις τελευταίες που πήρε τριάντα χρόνια πριν λέγοντας θυμωμένη “φτάνει πια” και δεν ξανάκουσε γι αυτόν από τότε, έχω δει και με τα ίδια μου τα μάτια έναν τάφο στη γωνία δίπλα στο χωνευτήρι γεμάτον με νεαρές ορχιδέες, κάθε μέρα καινούριες, κρίμα που αυτή που τις αγαπούσε δεν τις πήρε ποτέ όσο ζούσε, έτσι είναι οι άντρες όμως, μόνο ιδιοτέλεια και σκοτεινές σκέψεις, αχαριστία και κυνισμός, εγωισμός και πεταμένος χρόνος, σπάνια θα βρεις κάτι που να μυρίζει όμορφα *στα βρωμερά σωθικά τους…
*(τέτοιο σάουντρακ θέλω να μου βάλουν αν με φιλμάρουν κάποτε να κόβω άσκοπα βόλτες μέσα στα όνειρά μου, σε πρώτο επίπεδο, σε δεύτερο, σε έβδομο, ασυνείδητα, υποσυνείδητα, ντυμένο, γυμνό, φτωχό, πλούσιο, ιδέα δεν έχω, έκανε ζημιά αυτός ο Νόλαν τελικά)
6 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία αρχείο, μιλώντας στον εαυτό μου

Τον αντιπαθώ αυτόν τον μήνα. Δεν είμαι ο μόνος. Αλλά δεν με ανακουφίζει αυτό. Έχω μάθει να μη θέλω παρέα, άλλοθι ή συνεργούς όταν στάζω χολή.
Τι είναι; καλοκαίρι δεν είναι, ούτε φτηνόπωρο, παντού σου κάνουν καλές τιμές για να απλωθείς πάνω στα καθαρά τους σεντόνια αλλά τα σεντόνια αυτού του μήνα μυρίζουν τέλος. Είναι έτοιμα να σηκωθούν και να μπουν σε συρτάρια. Δεν υπάρχει «μετά».
Μετά. Το τι θα γίνει σε λίγους μήνες ούτε που θέλω να το σκέφτομαι. Έχω καιρό ως τότε. Ελπίζω. Εδώ που φτάσαμε ούτε κι αυτό το «έχω καιρό» μπορείς να το ξεστομίσεις με σιγουριά χωρίς να κοιτάζεις με φόβο κι άγχος ανάκατα πίσω από την πλάτη σου. Από κει έρχονται όλα, πίσω από την πλάτη. Τα άλλα που έρχονται από μπρος ούτε που καταδέχονται ν’ασχοληθούν μαζί μου. Για τέτοια ξεφτίλα μιλάμε.
Κάποτε τέτοιαν εποχή έβαζα τραγούδια μέσα σε μια κασέτα και τα έβγαζα βόλτα. Μετά σε ένα cd και φεύγαμε μαζί μακριά ή κοντά, φεύγαμε πάντως. Τώρα σε έναν φάκελο στο σκληρό, ακίνητα κι αγέλαστα. Δεν είναι τρόπος αυτός να φέρεσαι σε μουσικές που αγαπάς, το ξέρω, μα στο είπα ότι ο Σεπτέμβρης δεν ξυπνάει τίποτε καλό μέσα μου. Αν ψάχνεις ένοχο και ηθικό αυτουργό μαζί, ιδού.
Τον Σεπτέμβρη περνάω κοντά από ATM και νομίζω πως με κοιτάζουν ειρωνικά. Μια φορά που πέρασα πολύ κοντά σε ένα, νομίζω πως μου μίλησε κιόλας αλλά μαζί τους δεν ανοίγω κουβέντες. Φοβάμαι μη παραφερθώ και δεν είναι πρέπον να αντιδικείς με ένα ATM, έχουν μνήμη ελέφαντα αυτά και θα σε εκδικηθούν πολύ σκληρά μια μέρα. Ή μια νύχτα. Το ίδιο κάνει. Η εκδίκηση πάντα διανυκτερεύει όταν έχεις ανάγκη και το τελευταίο εικοσάρικο.
Πριν δυο χρόνια σου είπα πως το καλοκαίρι μου έστειλε ένα μέιλ το Σεπτέμβρη και μου ‘γραφε : «Στις 1 Ιουνίου περίμενέ με στην έξοδο των Αφίξεων. Να κρατάς ταμπέλα για να σε γνωρίσω . Φέτος σε είδα μόνο για τέσσερις νύχτες και ως του χρόνου θα κοντεύω να ξεχάσω το πρόσωπό σου». Φέτος μάλλον θα του κόψαν τη σύνδεση γιατί μέιλ δεν πήρα. Ένα sms θα μπορούσε να στείλει όμως, δεν θα μπορούσε;
H βροχή τον Σεπτέμβρη είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να το περιγράψω με λόγια, πρέπει να την γευτείς για να καταλάβεις τι εννοώ. Σου αφήνει μια περίεργη επίγευση στο στόμα, σαν να διψούσες πολύ και μόλις κατέβασες την τελευταία γουλιά να ένιωσες πως αυτό που ήπιες δεν ήταν νερό. Το τι ήταν δεν μπορώ να το περιγράψω -κι αυτό- με λέξεις, δεν είναι καλός μήνας ο Σεπτέμβρης για να συγκεντρωθώ και να γίνω πιο σαφής.
Aπό σήμερα πρέπει να καπνίζω σαν κλέφτης. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, ποτέ δεν ήμουν συνειδητοποιημένος καπνιστής, μα θα μάθω. Πρέπει οπωσδήποτε να μάθω να καπνίζω από μέσα μου.
Ξεκίνησα πάλι να διαβάζω τον Φύλακα στη Σίκαλη, στην κλασσική κι εξαιρετική μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη. Αυτή τη φορά το πήρα απόφαση, όταν τα παιδιά βγουν απ’ το χωράφι με τη σίκαλη και τρέξουν προς το γκρεμό, δεν θα προσπαθήσω να τα σταματήσω. Για να δω μήπως η ιστορία αποκτήσει άλλη τροπή. Είναι τελειωτικό, για catcher δεν κάνω. Ούτε για Χόλντεν Κόλφιλντ. Δεν ξέρω αν σκοπεύω να φύγω ή να μείνω κι αν του χρόνου το καλοκαίρι θα υπάρχει μια Φοίβη ή όπως αλλιώς θα τη λένε να με περιμένει στο σπίτι, σε ένα σπίτι τέλος πάντων. Τώρα που είπα Φοίβη θυμήθηκα να σου πω ότι κάθε καλοκαίρι που περνάει μου θυμίζει εκείνο το δισκάκι, το σπασμένο σε χίλια κομμάτια «Little Shirley Beans». Ελπίζω πως κάποιος καλός άνθρωπος θα βρεθεί μια μέρα να μου πει «δώσε τα κομμάτια απ΄ τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, για μένα ήταν, ας μην είναι καλοκαίρι ολόκληρο, αρκεί που με θυμήθηκες». Όταν θα τον έχω ξεχάσει εγώ αλλά αυτό είναι από άλλο βιβλίο.
Ο μόνος Σεπτέμβρης που θυμάμαι με κάποια νοσταλγία, αν και μ’ αυτή τη λέξη είμαι μαλωμένος εδώ και καιρό, είναι εκείνος που μου έδωσε εξιτήριο μετά από τριάντα μέρες ανάμεσα σε αξονικές, ματωμένα στρώματα, betadin, ορούς, βελόνες και κάτουρα. Γι αυτόν ναι, έχω τύψεις. Μου φέρθηκε καλά, έζησα πολλά ωραία απο τότε ως σήμερα και είναι μεγάλη γαϊδουριά εκ μέρους μου να μιλάω τόσο πικρά και τόσο απαξιωτικά για τους ομοίους του. Ναι, δεν είναι όλοι ίδιοι. Ούτε όμως κι εγώ από τότε. Eυτυχώς για όλους.
11 σχόλια »

Τα γνωστά. Οι απουσίες περισσότερες από κάθε άλλη φορά. Καθένας ξέρει τους λόγους. Εγω που ήμουν εκεί, αν με ρωτήσεις να σου πω γιατί ήμουν θα σου πω δεν ξέρω. Και δεν με νοιάζει να μάθω. Σημασία έχει να είσαι εκεί, αυτά τα είπαμε.
Το να μετράς άσπρες τρίχες, ανεπιθύμητα κιλά, ρυτίδες, άδεια κρανία, στομάχια, γυαλιά πρεσβυωπίας και διάμετρο περιφέρειας δεν έχει νόημα. Μερικά μάτια γυαλίζαν ωραία ακόμη και αυτό ναι, είχε αξία. Δεν ξέρω αν ήταν από τους φακούς επαφής ή από κανένα αδέσποτο δάκρυ μα είναι αργά για δάκρια. Στέλλα ανάμεσά μας δεν υπήρχε, αν δε με γελά η μνήμη μου, υπήρχαν όμως πολλές, πάρα πολλές ανώνυμες.
«Θύμησέ μου ποιά είσαι».
Δεν ξέρω τι αθώα ψέματα και πόσες ένοχες αλήθειες ειπώθηκαν σε κάθε τραπέζι, σε κάθε πηγαδάκι, σε κάθε γωνιά. Καθένας και καθεμιά θα είχαν τους λόγους τους. Πιάσαμε πενήντα κι ακόμη να μάθουμε να αγαπάμε τις αλήθειες περισσότερο από εμάς. Ίσως να μη μάθουμε ποτέ. Αν διαλέξεις να κοιμάσαι αγκαλιά με το ψέμα σου και να μπαίνεις μέσα του μια φορά την εβδομάδα δύσκολα αλλάζεις πλευρό, ίσως να μη μπορέσεις να κλείσεις μάτι μετά. Τα περισσότερα πιάτα μείναν ανέγγιχτα, τα ποτήρια όμως δεινοπάθησαν. Αντίδοτο σ’ αυτά που βλέπαμε; σ’ αυτά που περιμέναμε και δεν είδαμε; σ’ αυτά που θα ξαναβλέπαμε μετά; σε όσους δεν θα ξαναδούμε το 2014; Δεν ξέρω.
«Καλά κρατιέσαι».
Για πενήντα. Αυτό δεν ειπώθηκε αλλά εξυπακούεται. Η μαγική λέξη «κρατιέσαι». Την λες μόνο σε άντρα. Κρατιέσαι. Δεν είσαι πάνω στο καράβι, πόσο μάλλον πρώτη θέση, δεν είσαι Τζακ Σπάροου, δεν είσαι όμως και εξαφανισμένος στα αμπάρια. Ανεβαίνεις πού και πού κατάστρωμα για λίγο ρούμι με μέντα και δυόσμο. Να δεις τι γίνεται εκεί έξω και πώς προχωράει το καράβι, ερήμην σου. Να νιώσεις το αεράκι στο μέτωπο -δεν λέω μαλλιά, πολλά κεφάλια πήραν διαζύγιο μαζί τους- , να αφήσεις τη δροσιά μιας κατά τα άλλα ζεστής νύχτας να τρυπώσει κάτω από το άσπρο πουκάμισο και να πάει προς τα κει που άφησες παρκαρισμένη την καρδιά σου να δει πόσα ντουπ αντέχει να κάνει ακόμη πριν χρειαστεί το χάπι της. Της πίεσης, της χοληστερίνης, του ζάχαρου, της βιασμένης στύσης. Ή βιαστικής. Δεν ξέρω.
Κάποιες βέρες που ήξερες πως υπήρχαν δυο χρόνια πριν, αυτή τη φορά δεν ήταν στη θέση τους. Μερικές τρύπες στη ζώνη που δεν υπήρχαν δυο χρόνια πριν, αυτή τη φορά βρήκαν θέση. Πολλές τρίχες που συγκατοικούσαν μαζί μας δυο χρόνια πριν, αποφάσισαν να μας εγκαταλείψουν. Ευτυχώς δεν είδα βαμμένους ανάμεσά μας. Κάτι είναι κι αυτό. Να μη μας κοιτάνε αμήχανα πάνω από τα μάτια οι γυναίκες όταν μιλάμε μαζί τους αλλά μέσα στα μάτια. Θα ήταν ικανές να δουν κάτι εκεί μέσα; Δεν ξέρω.
«Ποια είναι αυτή η ξανθιά με τη γυμνή πλάτη;»
Συγκίνηση; Κι αυτό δεν το ξέρω. Αν ναι, καθένας ξέρει τους λόγους. Ήθελα να δω κάποιους που δεν τα κατάφεραν να είναι εκεί, μόνο και μόνο για να διαπιστώσω αν είχα -τόσο καιρό μετά- να πω κάτι πέρα από τα απολύτως τετριμμένα και τυπικά μαζί τους. Άντρες, κυρίως. Με τις γυναίκες περιορίζεσαι στο manual. Kάποιες -σχετικά αδιάφορες τότε- ήταν πολύ καλύτερες προχτές, φαινόταν πως φορούσαν πάνω στο δέρμα τους θαυμαστές ιστορίες που έζησαν στα τριάντα τους, στα σαράντα, στο χωλ των πενήντα. Δεν νομίζω πως ήταν διατεθειμένες να μοιραστούν με οποιονδήποτε από εμάς αυτές τις ιστορίες που αφορούσαν αγαπημένους τους απόντες. Ήταν ξεκάθαρο, άλλωστε, για όποιον μπορούσε να δει κάτω από το μεικ-απ ή τα καλοχτενισμένα μαλλιά πόσες διπλανές θέσεις παρότι γεμάτες ήταν άδειες περιμένοντας κάποιον άλλον. Ακόμη κι αυτή τη μέρα, που υποτίθεται ανήκε αλλού. Καθεμιά ξέρει τους λόγους.
Περασμένες δυο, καμιά εικοσαριά πήγαμε για λίγο οινόπνευμα ακόμη, γυναίκες κι άντρες. Το χαμηλό φως μαλάκωνε τις ατέλειες και την κούραση απο το προχωρημένο της ώρας, αν και λείψανα δείχναμε λίγο πιο όμορφοι. Οι πέντε πιτσιρικάδες στη σκηνή (ή μήπως ήταν τέσσερις; είχα πιεί λίγο παραπάνω, ομολογώ) έπαιζαν -μια χαρά- το “blister in the sun” όταν κόντευε τέσσερις, σε λίγες ώρες ο ήλιος θα ανέτειλε, καλό ήταν να μας βρει στα κρεβάτια μας. Άλλωστε οι εποχές που ξυπνούσαμε σε ξένα σπίτια ήταν μακρινές. Άν υπήρξαν και ποτέ. Δεν θυμάμαι.
«Θύμησέ μου ποιος είσαι»…
17 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία γκέιμ όβερ

Πολύ ξεχειλωμένα ήταν τα τελευταία σου ποστ. Ο λόγος;
Είναι επειδή δεν είχα τίποτε απολύτως να πω και σε κανέναν. Όσα λιγότερα θες να πεις και όσοι λιγότεροι σ’ ακούνε, τόσο περισσότερο απλώνεις τα πόδια σου. Από αντίδραση, από πείσμα, από ένα ιδιότυπο γινάτι.
Κανένα καλό τραγούδι άκουσες τελευταία;
Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Δεν θυμάμαι. Ίσως αυτό που άκουγα ξαπλωμένος σε ένα πάρκο, την ώρα που έπεφτε το φως, ανάμεσα σε αιωνόβια κτίρια και πιτσιρικαρία που χόρευε αλύπητα αλλά -δυστυχώς για μένα- δεν με ποδοπάτησε. Άλλο δεν μου κόλλησε στο μυαλό. Έμαθα όμως να πατάω skip σε όσα εξακολουθούν να μου θυμίζουν κάτι. Από αντίδραση, από πείσμα, από ένα ιδιότυπο γινάτι.
Ούτε για βιβλία να ρωτήσω;
Oύτε. Διαβάζω πολλά μα λίγα καταλαβαίνω, το μυαλό μου τρέχει σε εναλλακτικά σενάρια, άλλα αραδιάζει ο συγγραφέας, άλλη πλοκή φτιάχνω εγώ, πώς να τελειώσεις βιβλίο έτσι; Έγραψα και γι αυτά λίγες λέξεις, ξεμπέρδεψα, θα το διαβάσεις το ποστ με το που θα μπει ο Σεπτέμβρης και θα μου πεις αν είχα δίκιο. Όχι και πως το ‘χω καημό να με δικαιώσεις δηλαδή, μπορώ κάλλιστα να αυτοδικαιωθώ.
Ταινίες; είδες ; πήγες θερινό;
Ντρέπομαι. Είδα μια με την Τόμσον και τον Χόφμαν, τίτλο δεν θυμάμαι, μου άρεσε. Μεσήλικες, μόνοι, χωρισμένοι, τσαλακωμένοι, ψάχνουν, ψάχνονται, περπατάνε, συζητάνε, καταμεσής του Λονδίνου, πλάι σε ποτάμια, μέσα σε πάρκα, δίπλα σε σιντριβάνια. Τι δουλειά έχω εγώ με τέτοια; Πάπια είμαι; Έπιασα πάτο στο πηγάδι νομίζω. Ψέματα, είχα και χειρότερο. Διπλό πάτο. Είδα το «Notebook» του μικρού Κασσαβέτη και άκουσα το δέρμα μου να λέει “wow” και είδα δυο τρίχες μου να σηκώνονται. Άει σικτίρ πια. Πρέπει να μπω επειγόντως για emotional tuning.
Και πολύ άργησες.
Ε άει σικτίρ πια…
6 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία Fabulous Goodbyes

Τελευταίο σαββατοκύριακο του Αύγουστου , θα ήθελα να γράψω « καλά ήταν και φέτος » αλλά ψεύτης δεν θέλω να είμαι , όχι δημόσια .
Σε μένα μπορώ να λέω όσα ψέματα θέλω κι ακόμη περισσότερα, είμαι εκπαιδευμένος σ΄αυτό.
Οι άλλοι δεν μου φταίνε σε τίποτε .
Από το Δεκέμβρη μέτραγα μια μια τις μέρες ως τον Ιούλιο .
Τον Αύγουστο , έστω .
Καλοκαίρι δεν ήρθε .
Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος τόσο η σοφία ξεχειλίζει από μέσα του .
Ποτέ δεν μετράς ερήμην των άλλων, είπαμε, οι άλλοι δεν σου φταίνε σε τίποτε .
Άλλο το δικό σου καλοκαίρι , άλλο το δικό τους .
Ένα πράγμα που μαθαίνεις με τον καιρό είναι να μη μετράς .
Τα καινούρια ημερολόγια δεν έχουν όλους τους μήνες τυπωμένους πάνω τους κι αν δεν τους λείπει μήνας , σίγουρα θα τους λείπουν μέρες .
Ακριβώς εκείνες οι μέρες που διάλεξες για να συναντηθείς με τον ήλιο, το νερό, τις ιδρωμένες νύχτες.
Με ένα αεράκι που μπορεί να ερχόταν, μπορεί και όχι.
Με τον αφρό μιας μπύρας στο πάνω χείλος.
Με μια ξεχασμένη φέτα καρπούζι, μισοφαγωμένη.
Με έναν καφέ την ώρα που βγαίνει ο ήλιος.
Με απλωμένες πετσέτες που τις καίει η ζέστη.
Με μαγιώ πεταμένα στο πάτωμα.
Με ένα τσιγάρο που κράτησε όσο τρεις ρουφηξιές.
Με κινητό κλειστό, με κεφάλι άδειο, με μάτια γεμάτα.
Με μαύρα γυαλιά που μάθαν πια να κρύβουν τις ουλές που άφησε ο χρόνος.
Λέω “με”.
Με είδε, με άκουσε κανείς να λέω “χωρίς” ;
Θα ήθελα λοιπόν να γράψω « καλά ήταν και φέτος » αλλά αποφάσισα ούτε σε μένα να λέω ψέματα .
Με βαριέμαι όταν με βλέπω να επιμένω να μετράω με λειψά δάχτυλα λειψές χρονιές .
Με βαριέμαι όταν δεν σταματώ να τα βλέπω όλα μαύρα ή γκρι , από τη στιγμή που ο διακόπτης είναι μόνο ένα κλικ μακριά .
Όσο μεγαλώνεις μαθαίνεις πως δεν χρειάζεσαι δάχτυλα για ν’ ανάψεις φως , ακόμη κι ο αγκώνας σου είναι αρκετός .
Δεν χρειάζεσαι να περιμένεις καλοκαίρια για να μη τα δεις καν να φεύγουν .
Μπορείς να φύγεις εσύ πρώτος πριν έρθουν αυτά.
Κι απλά να πεις , αν ποτέ μετανιώσεις , « έκανα λάθος στο μέτρημα » .
Ένα ψέμα περισσότερο , ένα λιγότερο , τι σημασία έχει …
Από ένα σημείο και μετά, καταλαβαίνεις πως άσκοπα περιμένεις στην προβλήτα , άλλο πλοίο δεν έχει , του χρόνου ξανά , σε άλλη προκυμαία , σε άλλη παραλία , σε άλλο ημερολόγιο.
Θα το ξαναβρείς το καλοκαίρι, αλλού.
Τώρα θέλω να το σβήσω αυτό το ποστ γιατί ενώ με προειδοποίησαν πως οτι πω μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον μου, εγώ αποφάσισα να με δώσω και γραμμένο, ποτέ δεν ήμουν καλός μαζί μου άλλωστε.
Θα το αφήσω να ζήσει όμως, δέκα λέξεις λιγότερες, δέκα περισσότερες, τι σημασία έχουν…
5 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία birthday party, the mind travelers

Ένα σπίτι. Με ωραία θέα. Ανοιχτόκαρδο μέσα, έτσι μου είπαν, αν και άσπρισα χωρίς να μάθω ακόμη τι θα πει να έχει καρδιά ένα σπίτι χωρίς ανθρώπους. Δεν ξέρω να σου πω την ιστορία του. Όση φαντασία κι αν -λένε πως- έχω, αυτό δεν μπορώ να το κάνω μόνος μου.
Τα σπίτια αποκτάνε μια ιστορία -για να έχουν να την διηγούνται στα εγγόνια τους, έχουν και τα σπίτια οικογένεια- μετά που θα μπει ο πρώτος άνθρωπος μέσα τους. Εσύ, εν προκειμένω. Οι ιστορίες των άλλων που πέρασαν πριν από σένα έσβησαν με το βάψιμο μόλις μετακόμισαν αλλού. Δεν σε αφορούν, δεν υπάρχουν.
Όσο πιο λίγο θα μιλάς με το σπίτι, τόσο πιο πολλά θα είναι όσα θα έχει να διηγηθεί αυτό όταν κάποια μέρα φύγεις οριστικά από κει. Θα μιλάει εκείνο για λογαριασμό και των δυο σας. Και για λογαριασμό όσων ακόμη μπήκαν εκεί μέσα κοιτώντας σε στα μάτια. Στα μάτια, είναι βασικό αυτό. Πρώτα στα μάτια. Τα γέλια σας θα βάψουν τους τοίχους, το ίδιο και μερικά -αναπόφευκτα- δάκρυα. Το ίδιο και οι μυρωδιές των ανθρώπων που θα περάσουν από κει, για λίγο, για πολύ. Μέχρι να αποχωριστείτε εσύ κι αυτό, μη βάψεις. Πρέπει να κοιτάζεις τα σημάδια στους τοίχους για να ξέρεις πόση σοφία σε γέμισαν τα χρόνια που πέρασαν εκεί μέσα, μαζί του. Ένας φρεσκοβαμμένος τοίχος χάνει τη μνήμη του κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να αποφύγεις, δεν παίζει κανείς με τις μνήμες γιατί μπορεί να θυμώσουν και να σε εγκαταλείψουν μια μέρα. Ή μπορεί να θυμώσεις εσύ μαζί τους και να τις αφήσεις πίσω, να χάσουν το σπίτι, το δρόμο κι εσένα μαζί.
Το σπίτι είναι επιπλωμένο. Ένα στρώμα θα χρειαστεί να αλλάξεις μόνο. Ποτέ δεν κοιμάσαι σε στρώμα που δεν ξέρεις τι ράτσας όνειρα φιλοξένησε πάνω του. Τα δικά σου ποτέ δεν θα καταδεχτούν να στριμωχθούν μαζί με τα απομεινάρια από τα όνειρα των αλλωνών. Και έτσι πρέπει. Χρειάζεσαι χώρο για τα δικά σου, τώρα ξεκινάς, μη κάνεις τσιγκουνιές στα όνειρα, θα ‘ρθει κάποτε η μέρα που ούτε όνειρα θα μπορείς να κάνεις και τα στρώματα θα μένουν άδεια, όσα σώματα και να αφήσουν σημάδια επάνω τους.
Σ’ αυτό το σπίτι ξεκινάει μια καινούρια ιστορία, ολοδικιά σου. Κοίτα να την γράψεις αυτή την ιστορία με τα δικά σου λόγια ως το τέλος, μέχρι να ‘ρθει η σειρά της επόμενης. Και μετά της επόμενης απ’ αυτήν. Το ξέρω πως γράφεις καλά. Κι αν ποτέ χρειαστείς βοήθεια, μπορώ με μεγάλη χαρά να σου κάνω δώρο όσες λέξεις θες. Κι αν θες στις ανεβάζω ως επάνω. Να δω το σπίτι που θα σε μεγαλώσει και να του πω -με τις λέξεις αυτές- να σε προσέχει. Μόνο αυτό μπορώ. Λέξεις. Ως εκεί.
5 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία -1, adults only, men strictly

Εγώ; Φυσικά όχι. Ούτε που να το σκέφτεσαι. Εντάξει, οι ρυτίδες στο μέτωπο μοιάζουν, τα πόδια της χήνας -ή όπως τα λένε- στα μάτια το ίδιο, τα γκρι μου το παλεύουν αλλά χάνουν με νοκ-άουτ, έχω χίλια άλλοθι όμως γιατί αυτή η ασχημόφατσα είναι ακόμη 49. Ίσως μεθαύριο βρεθούν καναδυό ανάμεσά μας -έχω να τους δω τριαντατόσα χρόνια- που θα του φέρνουν λιγάκι. Στα φρύδια ή στο μακρυσάγονο. Στο πιο φτωχό, ως πάμπτωχο. Στα νιάτα τους πάντως ήταν χάλιες. Ελπίζω ο Θεός να μην έκανε καμιά βλακεία και τους αναστήλωσε. Αν ναι, τουλάχιστον ας έχουν σκεμπέδες. Μεγάλους. Καλοζωισμένους. Από αυτούς που όχι ζώνη κανονική αλλά ούτε αυτή του σμόκιν τους σώζει από την κατακρήμνιση. Όσο και να φέρνουν του λεγάμενου, η κοιλιά θα μπει πρώτη στο μαγαζί και μετά η φάτσα. Η πρώτη εντύπωση μένει. Ευτυχώς. Όσο ώριμος και να λες πως είσαι, καλύτερους από σένα δεν ανέχεσαι δίπλα. Ούτε στον τάφο. Γι αυτό διάλεξα -από τώρα- να με θάψουν ανάμεσα σε δυο άσχημους. Αν είναι και πιο φτωχοί από μένα, ακόμη καλύτερα.
Έχω έτοιμα δυο παντελόνια. Και δυο πουκάμισα. Σε δυο κρεμάστρες μακριά από όλα τα άλλα. Οι στολές για το reunion. Ζώνη μία, ευτυχώς κανονική. Θα αποφασίσω τι θα φορέσω ανάλογα με τον καιρό. Αν έχει ζέστη, αν έχει ψύχρα, αν βρέχει, αν χιονίζει, αν έχει τον κακό μου. Να θυμηθώ να αφήσω τα ξινά μου μούτρα σπίτι γιατί έχουν το κακό συνήθειο να μπαίνουν πρώτα αυτά όπου πηγαίνω και μετά εγώ. Η πρώτη εντύπωση μένει. Ούτε ευτυχώς, ούτε δυστυχώς. Απλά έτσι είμαι.
Φέτος θα έχει και γυναίκες. Κιλά ολόκληρα από ληγμένες ορμόνες. Αν πέσεις μέσα τους, στις ορμόνες αναφέρομαι, δεν βγαίνεις αρτιμελής. Πνευματικά και ψυχικά εννοώ. Το σωματικά δεν μας αφορά. Ώσπου να βάλεις και να βγάλεις γυαλιά, χάθηκε η – όποια – ευχάριστη έκπληξη. Τις δυσάρεστες τις καταλαβαίνεις και χωρίς γυαλιά. Τις καλές θα τις σχολιάσουμε μετά, ιδιωτικά. Τις κακές δεν θα τις σχολιάσουμε. Ελπίζω όποιες και να μας πιάσουν στο στόμα τους, καλές ή κακές, να χρειαστούν δέκα Zantac και Simeco μετά. Και να βγάλουν κριθαράκι και στα δυο μάτια. Για να μάθουν να μας ματιάζουν, που είμαστε τόσο πιο νέοι, τόσο πιο λαμπεροί, τόσο πιο έξυπνοι και τόσο πιο ωραίοι από αυτές.
Τώρα, τρεις δεκαετίες μετά, παίρνουμε την εκδίκησή μας. Τότε μας είχαν χεσμένους και τρέχαν πίσω από εικοσάρηδες, είχε πέραση μεγάλη η πρώτη φοιτητόρατσα της πόλης, εμείς τι ήμασταν για να διεκδικούμε λίγη σάρκα και λίγη προσοχή; Τίποτε ήμασταν. Από τότε δεν άλλαξαν βέβαια και πολλά. Απλά δεν τρέχουν πίσω από εικοσάρηδες γιατί αισθάνονται άβολα να παίρνουν και την κυτταρίτιδά τους μαζί στα ξένα κρεβάτια όπου τους περιμένει κάποιο που θα μπορούσε να είναι μικρότερο από το γιο τους. Νομίζω πως δεν είναι το «μου θυμίζεις το γιο μου» ο αναστολέας λίμπιντο, η κυτταρίτιδα είναι. Νομίζω, ποτέ δεν είσαι σίγουρος μ΄αυτές.
Μερικές καλές μπορούν να καταπιούν ζωντανούς και τριαντάρηδες και σαραντάρηδες και μερικούς από μας. Μερικούς. Οι πιο πολλοί αποκτήσαμε ανοσία με τα χρόνια και γίναμε τόσο χοντρόπετσοι που ακόμη και το ανθεκτικότερο στομάχι δεν μπορεί να μας χωνέψει μετά. Αν είναι όμως πάρα πολύ καλή αυτή που θα μας φάει, μπορούμε να μουλιάζουμε για κανένα μήνα προκειμένου να δείξουμε -παρά το τριακονταετές φτύσιμο- μια ανωτερότητα που είναι το βασικό χαρακτηριστικό της σπάνιας ράτσας μας. Καλού κακού αποφάσισα να μη μουλιάσω, είναι περίεργη ηλικία αυτή, μπορεί να μαλακώσεις αλλά να μαζέψεις κιόλας και θα είναι η υπέρτατη καταστροφή να τρέχω παραμονιάτικα να κονταίνω παντελόνια…
12 σχόλια »
δημοσιευμένο από τον : kkmoiris στην κατηγορία adults only, ενδοσκοπική αντιβίωση

Στις 27 αυτού του μήνα καμιά εκατοστή -ίσως και παραπάνω- της κλάσης του 1978 θα μαζευτούμε ακόμη μια φορά προσπαθώντας ανάμεσα σε άλλα να καταλάβουμε γιατί ο χρόνος στάθηκε τόσο τρυφερός με ορισμένους και ορισμένες ενώ σε κάποιους κήρυξε ανελέητο πόλεμο που συνεχίζεται ως σήμερα.
Αυτά τα μνημόσυνα (γιατί περί τούτου πρόκειται, όπως κι αν τα βαφτίσουμε) ανέκαθεν μου προξενούσαν αποστροφή. Μέχρι το τελευταίο, κάποια χρόνια πριν, δεν είχα πατήσει σε κανένα. Όχι από κάποιου είδους ανεξήγητο ή υπερτροφικό σνομπισμό αλλά για λόγους αυτοπροστασίας. Άλλο να βλέπεις το ένα και μοναδικό είδωλό σου στον καθρέφτη κι άλλο εκατό απέναντί σου. Με το πρώτο συμφιλιώνεσαι, ειδικά αν τον δωροδοκήσεις με προσεκτικά διαλεγμένα ρούχα και κατάλληλο φωτισμό για να κρύβονται όσα πρέπει να κρυφτούν. Με το δεύτερο όχι. Όταν καθρεφτίζεσαι μέσα σε εκατό ζευγάρια μάτια, μπορείς να καταλάβεις πόσο Μυνχάουζεν είναι ο δικός σου.
Φέτος αποφασίσαμε να βάλουμε και σάουντρακ στη νύχτα των ζωντανών νεκρών για να κατεβαίνει πιο εύκολα, πιο γρήγορα, πιο δραστικά το οινόπνευμα που θα λούσει το μέσα μας μπας και πάρει κάποια στιγμή φωτιά και μας κάψει όμορφα απ’ την κορφή ως τα νύχια. Για το αλκοόλ δεν ξέρω αλλά φοβάμαι πως οι μουσικές θα λειτουργήσουν σαν πυροσβεστήρας. Με το που άκουσα πως ο εκτελών χρέη μουσικού επιμελητή θα φροντίσει να μας θυμίσει τα δεκαοχτώ μας (θαρρείς και αυτά σταμάτησαν να μας γεμίζουν μελανιές επί τόσα χρόνια), ρίγησα.
«Μην είσαι τόσο ξινός ρε συ, ευκαιρία να ξανακούσουμε τα τραγούδια μας», μου είπε
«Τα δικά σας, εγώ έχω άλλα» απάντησα. Δεν είδα το ύφος μου όταν το ξεστόμισα, μα πρέπει να ήταν αρκετά πειστικό.
«Καλά τότε, μήπως θέλεις να παίξεις εσύ;»
Δεν θέλω. Ας πάρει καθένας τις μουσικές που αγαπάει μέσα στο κεφάλι του κι ας έρθει. Ας πάρει και τους ανθρώπους που αγαπάει κι ας τους φέρει κι αυτούς μέσα στο κεφάλι του, έτσι κι αλλιώς οι μισοί θα είμαστε εκεί και οι άλλοι μισοί αλλού. Έτσι συνήθως συμβαίνει με τα zombies, νομίζουν πως ζουν ακόμη ενώ με κανέναν από τους ομοίους τους δεν κοιμήθηκαν στο ίδιο κρεβάτι , δεν ξέρασαν στο κατώφλι του, δεν αντάλλαξαν υγρά με τα σώματά τους και δεν έφαγαν από το πιάτο του. Τα κρεβάτια, τα κατώφλια, το σπέρμα, ο ιδρώτας και τα πιάτα ανήκουν σε άλλους που (και) εκείνη τη νύχτα δεν θα είναι εκεί.
Ελπίζω μόνο να προφτάσουμε να φύγουμε έγκαιρα, επιστρέφοντας στα σπίτια μας πριν ξημερώσει για να συνεχίσουμε να παίζουμε τους νεκροζώντανους…δεν είναι να ρισκάρει κανείς με τέτοια πράγματα…
6 σχόλια »

Περασμένες μιάμιση στο δρόμο για το σπίτι, στρέφω το κεφάλι μου στον ουρανό να δω πόσο θολό είναι το φεγγάρι και τι αέρα μαζί με νερό θα κουβαλήσει η αυριανή μέρα γιατί για να ‘ρθει μόνη της αποκλείεται..
Ούτε φεγγάρι βλέπω, ούτε άστρα.
Μόνο καμιά δεκαριά κάφτρες να περιφέρονται στα μπαλκόνια τριγύρω. Με τα αφεντικά τους σχεδόν αόρατα. Τα φώτα σβηστά, ούτε καν μια τηλεόραση ανοιχτή.
Μερικές κάφτρες είναι νευρικές, πηγαίνουν πέρα-δώθε, άλλες είναι ακουμπισμένες στην κουπαστή -το «κάγκελα» μου θυμίζει κατάδικους και το ξορκίζω- , καναδυό είναι εντελώς ακίνητες. Με τα αφεντικά τους ξοπίσω, αόρατα.
Γυναίκες; άντρες; ποιός ξέρει…οι κάφτρες είναι ορφανές από φύλο, genderless, επίμονα μονόχνωτες σαν τις ρωτάς «ποιανού είσαι;», απάντηση δεν θα πάρεις από δαύτες. Μη διανοηθείς να ρωτήσεις κάποια «τι σκέφτεσαι και γιατί είσαι ξύπνια τέτοιαν ώρα;», θα προτιμήσει να σβήσει κι ας άναψε μόνο για λίγα δευτερόλεπτα, παρά να σου δώσει σημασία.
Τις άφησα στις σκέψεις τους και έβγαλα τα κλειδιά, πάτησα 3, ανέβηκα, ξεκλείδωσα, βγήκα στο μπαλκόνι χωρίς να κάνω θόρυβο. Έχω κι εγώ μια κάφτρα, καιρός να γίνει κοινωνική, να πει ένα βουβό «γεια» στους ομοίους της απέναντι, πάνω, κάτω, διαγώνια, αφού εμείς, τα αόρατα αφεντικά τους, από καιρό το καταργήσαμε μεταξύ μας κι αυτό.
5 σχόλια »

Η κρυφή σημασία των λέξεων είναι μια υπόθεση προσωπική. Αυστηρώς προσωπική και ενδόμυχη. Ούτε καν εξηγήσιμη. Κανονικός κώδικας. Πρέπει να είναι κανείς απόλυτα εξοικειωμένος με τις άγριες λέξεις για να μπορεί να διακρίνει μέσα τους τις αποχρώσεις και το νόημα που κουβαλάνε. Εκεί που κάποιος αντιλαμβάνεται μια βρισιά, ένας άλλος μπορεί να έχει κρύψει την απόλυτη εγγύτητά του. Και το αντίστροφο, φυσικά. Σκέψου μόνο πόσο έχει ευτελιστεί η λέξη «αγάπη μου» στις μέρες μας. Τραγικά. Καλύτερα να μην την ακούω και να μη τη λέω ποτέ, παρά μόνο στα παιδιά μου κι ας θυμώνουν κάθε φορά που την ακούν, λέγοντάς μου «έχω κι όνομα». Ε και λοιπόν;
«Βλαμμένο»
Γιατί αυτή τη λέξη τη γουστάρω πολύ ; Mα πάρα πολύ. Και να τη λέω και να την γράφω και να την ακούω και να τη διαβάζω. Και τη γουστάρω με συγκεκριμένο τρόπο γιατί είναι η μόνη λέξη που επιζεί και νικά το χρόνο. Σαν τις κατσαρίδες. Μεγάλη υπόθεση. Όλες οι άλλες έχασαν. Σαν τους πτερόσαυρους.
Αυτή λοιπόν η λέξη είναι πάρα πολύ ακριβή, όλα τα λεφτά του κόσμου να ‘χεις ραμμένα στο στρώμα σου δεν μπορείς να την αγοράσεις. Κρύβει μέσα της μια εγγύτητα συνωμοτική, κάτι σαν κίνηση προσέγγισης ενός κεφαλιού προς ένα άλλο κεφάλι. Μην το δεις νοερά αυτό, σαν εικόνα δες το. Ένα κεφάλι που σκύβει κοντά σε ένα άλλο. Και αγγίζονται. Τα μέσα τους δηλαδή, όχι τα έξω τους. Αυτά δεν αγγίζονται, δεν παίζει κανείς με κεφάλια που ακουμπάει το ένα στο άλλο, μπορεί να εκραγούν στα καλά του καθουμένου και τρέχα μετά να μαζεύεις μυαλά, σκέψεις κι αίματα από τα ντουβάρια και τα ταβάνια.
Με το που θα μπει όμως ο χειμώνας και θα παρθούν οι συνηθισμένες εθιμικές ψεύτικες μεγάλες αποφάσεις , θα αποφασίσω να τη διαγράψω αυτή τη λέξη. Με κανένα κεφάλι να μην έρθω τόσο κοντά. Ποτέ να μην πλησιάσω το μυαλό μου στο μυαλό ενός διπλανού. Αν μπει το ένα μέσα στο άλλο, καλά ξεμπερδέματα μετά.
Τώρα δεν ξέρω σε ποιόν μιλάω αλλά θέλω να πω ότι νομίζω πως κάτι με τρώει για να εξαφανιστώ. Σε κανέναν άλλο πλανήτη ίσως. Δεν έχω σκοπό να κάτσω στον κώλο μου και να μετράω χαμένες λέξεις. Δεν είναι καθόλου μα καθόλου κακή ιδέα να μη με βρει κανείς, όχι τουλάχιστον όπως ήμουν ως χτες. Ένας πτερόσαυρος λιγότερος, ζωντανός μόνο στο χαρτί, σε ξεθωριασμένες εικόνες και σε καμιά ξεχασμένη οθόνη , ε και λοιπόν;
10 σχόλια »
|